Ενάντια σε κάθε εθνική ενότητα

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

Η παρούσα συγκυρία βρίσκει το ελληνικό κράτος και τα συνδεδεμένα με αυτό καπιταλιστικά συμφέροντα (με αιχμή το εφοπλιστικό κεφάλαιο) σε θέση «μάχης» και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Από τη μία, με την ενεργό συμμετοχή του στους διακρατικούς πολέμους στα πλαίσια της ενίσχυσης του απέναντι στην Τουρκία και της θέσης του στους διεθνείς εμπορικούς δρόμους και την προστασία του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου που παίζει κομβικό ρόλο σε αυτούς    και, ευρύτερα, στην ιεραρχία του παγκόσμιου συστήματος κρατών. Για την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων και όχι λόγω κάποιας «εξάρτησης» συμμετέχει στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, στέλνει στρατό στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Σαουδική Αραβία, δίνει όπλα στην Ουκρανία και προστατεύει το σκιώδη εμπορικό στόλο που πουλάει το πετρέλαιο της Ρωσίας. Απ’ την άλλη, διεξάγει τον απαραίτητο ταξικό πόλεμο στο εσωτερικό που απαιτεί η καπιταλιστική αναδιάρθρωση και αξιοποίηση. Οι δύο αυτές κινήσεις δεν είναι ανεξάρτητες. Αποτελούν δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας: της μετάθεσης και εξαγωγής των οξυνόμενων κοινωνικών αντιφάσεων της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Ο πόλεμος στο εξωτερικό και η επίθεση εναντίον του προλεταριάτου στο εσωτερικό συγκροτούν έναν ενιαίο μηχανισμό διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης.

Η προέλαση του θεάματος καθιστά τον πόλεμο ροή πληροφορίας, μέσα στην οποία εδραιώνεται η συνήθεια της φρίκης. Η πραγματικότητα για εμάς ως εργάτ(ρι)ες μοιάζει με βαρέλι δίχως πάτο: διαρκής  εντατικοποίηση  της  εργασίας, διαρκής υποτίμηση της εργασιακής μας δύναμης, ένα όλο και πιο αυταρχικό ποινικό καθεστώς με τον νέο ποινικό κώδικα και τις νέες φυλακές, αναδιάρθρωση του αστικού χώρου με τη μετατροπή των πόλεων σε απέραντα ελεγχόμενα και επιτηρούμενα τουριστικά θέρετρα. Συμπύκνωση αυτής της στρατηγικής αποτελεί το δόγμα «νόμος και τάξη», με τη συμβολή των κυβερνητικών δεξαμενών σκέψης και των αριστεράς του δημοκρατικού κράτους και των δικαιωμάτων του.

Στόχος της θεαματικής διαχείρισης αποτελεί φυσικά η απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης με ή χωρίς καταστολή. Βασική της μέριμνα η μυστικοποίηση και συσκότιση των ταξικών συμφερόντων με λογικές απολήξεις αυτής της ατμόσφαιρας την αποπολιτικοποιηση και συντηρητικοποίηση της εργατικής τάξης.  Η  προβολή  εθνικά  προσδιορισμένων «εξωτερικών» και «εσωτερικών» εχθρών αποτελεί το έδαφος για την ανάπτυξη (μετα)φασιστικών τάσεων, τόσο ως κρατική στρατηγική όσο και ως κοινωνική δυναμική.

Όλα οδηγούν στο να διεξάγεται η ταξική πάλη μόνο απ’ τα πάνω, για αυτό και το κράτος ως στιγμή της, δείχνει το πιο κυνικό και επιθετικό του πρόσωπο. Σε αυτή τη συγκυρία επιχειρείται η επιβολή της κίβδηλης «εθνικής κοινότητας/ενότητας» μέσω της επίκλησης της εξωτερικής απειλής. Βασικό εργαλείο αποτελεί η θεαματική προβολή των ετοιμοπόλεμων πολεμικών πλοίων που συμμετέχουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στη διαδραματιζόμενη πολεμική σύγκρουση.

Οι θεατές και αναμεταδότες του εθνικιστικού πολεμικού θεάματος που ως πολεμιστές του πληκτρολογίου αναπαράγουν    και    διαδίδουν   τον    αντιδραστικό    και    ρατσιστικό    λόγο   εναντίον   των    «αλλοεθνών»    και των «αλλόθρησκων» μουσουλμανικών πληθυσμών στην αρένα των εξωτερικών συγκρούσεων, στρέφονται προς τα μέσα εναντίον των μεταναστών, των ρομά, των lgbtq, των αναρχικών, των κομμουνιστών, δηλαδή των πιο περιθωριοποιημένων ή πιο επικίνδυνων κομματιών του προλεταριάτου και του πληθυσμού τα οποία αναλαμβάνουν τον ρόλο του εσωτερικού εχθρού του έθνους, εντός αυτού του θεαματικού σκηνικού. Πολλοί από αυτούς προχωρούν στο επόμενο και βαθύτερο στάδιο εξαχρείωσης εντασσόμενοι στις εθνικιστικές ακροδεξιές συμμορίες που δρουν παραπληρωματικά με την κρατική πολιτική, όταν το ίδιο το κράτος δεν θέλει να λερώσει το ίδιο τα χέρια του (π.χ. όταν αναλαμβάνει την κυβερνητική εξουσία η αριστερά του κεφαλαίου με το συμπεριληπτικό της προσωπείο).

Σε μια τέτοια συνθήκη, με την κόλαση του καπιταλιστικού κόσμου στη Δυτική Ασία να βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων καλούμαστε να διαλύσουμε τον μύθο  του  «δυτικού  καπιταλιστικού  παραδείσου»  δείχνοντας  την αυξανόμενη καταστολή, την επισφάλεια και την πειθάρχηση της εργατικής τάξης πάνω στην οποία χτίζεται. Να καταστήσουμε ορατή την πραγματική γραμμή σύγκρουσης που διαπερνά την κοινωνία και δεν ταυτίζεται με εθνικά στρατόπεδα: να κάνουμε ορατή την ύπαρξη του πραγματικού εσωτερικού εχθρού, που δεν είναι άλλος από το κράτος,   τις στρατιωτικές βάσεις, τα αφεντικά και τις εθνικιστικές / φασιστικές συμμορίες κάθε   είδους.

Το δίπολο της σημερινής εποχής δεν είναι άλλο από αυτό της ταξικής πάλης και διεθνιστικής αλληλεγγύης έναντι της εθνικής ενότητας. Ο καπιταλιστικός πόλεμος αποτελεί ως κατάσταση τη νέα διεθνή κανονικότητα διαμορφώνοντας το πεδίο πάνω στο οποίο θα προκύψουν οι αντιστάσεις των αντιμαχόμενων ταξικών στρατοπέδων. Για μας αποτελεί επίδικο να οξύνουμε τα αντανακλαστικά εναντίωσης στον φασισμό και κάθε είδους εθνικισμό ώστε να μπορέσουμε να αλλάξουμε τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων που μέχρι τώρα είναι εναντίον μας.

 

ΤΑΞΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΝΤΟΥ

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ

Κάλεσμα στην αντιπολεμική συγκέντρωση στο Σύνταγμα την Παρασκευή 27/3, 18.00

Ο μόνος δρόμος για την εργατική τάξη ώστε να εναντιωθεί στον καπιταλιστικό πόλεμο, είναι η άρνηση και η αλληλεγγύη, η μαζική λιποταξία, τα σαμποτάζ σε στρατιωτικές δομές, οι απεργίες και οι καταλήψεις ενάντια στην πολεμική οικονομία. Ο αντιπολεμικός αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι κομμάτι του συνολικότερου αγώνα ενάντια στα κράτη, τα έθνη και τον καπιταλισμό, ενάντια στην ψευδαίσθηση της καπιταλιστικής «ειρήνης». Είναι ο αγώνας για την όξυνση του ταξικού πολέμου, ενάντια στην εθνική ενότητα που επιβάλλεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά του κράτους και της διαμεσολάβησης, με τη δεύτερη, αντί να εναντιώνεται στο έθνος και στον στρατό, είτε να προωθεί την απροκάλυπτη εθνικιστική ρητορική «όχι φαντάροι έξω από τα σύνορα αλλά φρεγάτες στην Κύπρο για την εθνική ασφάλεια» είτε να αναφέρεται στην «εξάρτηση της Ελλάδας» παρουσιάζοντας το ελληνικό κράτος ως ενεργούμενο. Προωθείται, έτσι, μια εναλλακτική γραμμή εθνικής ενότητας/ανεξαρτησίας υπέρ ενός άλλου σχεδίου καπιταλιστικής συσσώρευσης, ενώ πίσω από την «πασιφιστική» μορφή κρύβεται ένα εναλλακτικό μιλιταριστικό σχέδιο που θα δοκιμαστεί απέναντι στην Τουρκία ή αλλού. Είναι ο αγώνας απέναντι στη στρατοπεδική λογική που θέλει να προσδέσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου με την Ισλαμική Δημοκρατία, τους Παχλαβί ή ακόμη χειρότερα με την «εξαγωγή δημοκρατίας» του αμερικανικού ή του ρωσικού ιμπεριαλισμού, όλων αυτών των κρατικών δυνάμεων που τρέφονται από το αίμα της τάξης μας. Ο αντιπολεμικός-αντικαπιταλιστικός αγώνας περνά μέσα από τη διάρρηξη της ηθικολογικής αφήγησης περί ταύτισης των προλετάριων με τα εγκλήματα των κρατών τους ή περί «λευκού δυτικού προνομίου», αναδεικνύοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη μας και ενισχύοντας τους αντιπολεμικούς αγώνες με πραγματικά ταξικό πρόσημο. Δεν υπερασπιζόμαστε κανένα κράτος και καμία πατρίδα. Ο μοναδικός μας ορίζοντας είναι η παγκόσμια προλεταριακή κοινότητα και οι αγώνες για την ενοποίησή της προς την κατεύθυνση της αυτοκατάργησής της μαζί με όλα τα κράτη, τα σύνορα και τις τάξεις.

Κανένας πόλεμος μεταξύ των προλετάριων – Καμία ειρήνη μεταξύ των τάξεων

Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση

Κάλεσμα στην Αντιπολεμική Συγκέντρωση στο Υπ. Εμπορικής Ναυτιλίας, Παρασκευή 20/3, 18.30

Το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει κεντρική θέση στην πολεμική στρατηγική του κράτους που ζούμε, στη διεκδίκηση ισχυρότερης διπλωματικής θέσης και στην ισχυροποίηση του εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Ήδη παλιότερα, το ελληνικό κράτος για την προστασία του είχε στείλει τις φρεγάτες του από τη Λιβύη ως τη Σομαλία.

Ο εγχώριος εφοπλισμός, στα πλαίσια του διεθνούς ρόλου του, έχει εμπλακεί σχεδόν σε κάθε πόλεμο και γενοκτονική σφαγή ενάντια στο παγκόσμιο προλεταριάτο τις τελευταίες δεκαετίες – από τη στήριξη του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, τη μεταφορά όπλων και κρίσιμου στρατιωτικού υλικού για το Ισραήλ στη γενοκτονία στη Γάζα, έως τη συγκρότηση του σκιώδους στόλου που επιτρέπει στον Πούτιν να πουλάει ρωσικό πετρέλαιο και να συνεχίζει την ιμπεριαλιστική σφαγή στην Ουκρανία. Τώρα λοιπόν διαφημίζουν ως επιχειρηματικό δαιμόνιο την ανάληψη του ρίσκου για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, αυτή τη λεπτή λωρίδα θάλασσας ανάμεσα στο Ιράν και στο Ομάν που είναι πεδίο πολέμου και ρίψης ιρανικών πυραύλων και drones αλλά και υβριδικού ναυτικού πολέμου με jet ski και ταχύπλοα με εκρηκτικά. Στην πραγματικότητα, παίζουν στα ζάρια τις ζωές των ναυτεργατών και των καπεταναίων εκβιάζοντάς τους να υπογράφουν θανατόχαρτα με τα οποία υποτίθεται ότι «συναινούν» στην έκθεσή τους στη φονικότητα του πολέμου.

Φυσικά, δεν πρόκειται απλώς για μια πρωτοβουλία κάποιων «μεμονωμένων κακών επιχειρηματιών» που μπορεί να ερμηνευτεί και να κριθεί με ηθικούς όρους. Είναι μια πρακτική που απορρέει από τη φύση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού στο έδαφος της κρίσης, την οποία συγκαλύπτει και ενισχύει το ελληνικό κράτος παρέχοντας πλήρη διπλωματική και θεσμική προστασία στους ντόπιους εφοπλιστές και μη ασκώντας κανένα περιορισμό στις εν λόγω πρακτικές, ούτε καν στα πλοία που είναι κάτω από ελληνική σημαία. Οι ναυτεργάτες ήδη αναδεικνύουν αυτό το ζήτημα με απεργίες και κινητοποιήσεις.

Ως Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση θα συμμετάσχουμε στη συγκέντρωση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας που καλούν και άλλες συλλογικότητες ενάντια στις πολεμικές μπίζνες του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού, με πρόταγμα τον διεθνή προλεταριακό αγώνα ενάντια στα αφεντικά που μας θέλουν είτε κρέας για τα κανόνια είτε αναλώσιμες ζωές για τα κέρδη τους – είτε στην «ειρήνη» τους είτε στους πολέμους τους. Γιατί ο πραγματικός εχθρός όλων των αντιμαχόμενων κρατών σε αυτόν τον πόλεμο είναι εν τέλει η παγκόσμια εργατική τάξη, γιατί η απελευθέρωση περνάει μόνο μέσα από την πραγματική κίνηση των αγώνων της με ορίζοντα τη συνολική καταστροφή του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ ΣΤΙΣ 18:30

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΠΙΖΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΠΡΟΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ: ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ (ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΡΑΚΑΡΗ)

Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση

Κάλεσμα σε αντιπολεμική συγκέντρωση Σύνταγμα, Πέμπτη 12/3 στις 19.00 και Προπύλαια, Παρασκευή 13/3 στις 18.30

Ο μόνος δρόμος για την εργατική τάξη ώστε να εναντιωθεί στον καπιταλιστικό πόλεμο, είναι η άρνηση και η αλληλεγγύη, η μαζική λιποταξία, τα σαμποτάζ σε στρατιωτικές δομές, οι απεργίες και οι καταλήψεις ενάντια στην πολεμική οικονομία. Ο αντιπολεμικός αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι κομμάτι του συνολικότερου αγώνα ενάντια στα κράτη, τα έθνη και τον καπιταλισμό, ενάντια στην ψευδαίσθηση της καπιταλιστικής «ειρήνης». Είναι ο αγώνας για την όξυνση του ταξικού πολέμου, ενάντια στην εθνική ενότητα που επιβάλλεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά του κράτους και της διαμεσολάβησης, με τη δεύτερη, αντί να εναντιώνεται στο έθνος και στον στρατό, είτε να προωθεί την απροκάλυπτη εθνικιστική ρητορική «όχι φαντάροι έξω από τα σύνορα αλλά φρεγάτες στην Κύπρο για την εθνική ασφάλεια» είτε να αναφέρεται στην «εξάρτηση της Ελλάδας» παρουσιάζοντας το ελληνικό κράτος ως ενεργούμενο. Προωθείται, έτσι, μια εναλλακτική γραμμή εθνικής ενότητας/ανεξαρτησίας υπέρ ενός άλλου σχεδίου καπιταλιστικής συσσώρευσης, ενώ πίσω από την «πασιφιστική» μορφή κρύβεται ένα εναλλακτικό μιλιταριστικό σχέδιο που θα δοκιμαστεί απέναντι στην Τουρκία ή αλλού. Είναι ο αγώνας απέναντι στη στρατοπεδική λογική που θέλει να προσδέσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου με την Ισλαμική Δημοκρατία, τους Παχλαβί ή ακόμη χειρότερα με την «εξαγωγή δημοκρατίας» του αμερικανικού ή του ρωσικού ιμπεριαλισμού, όλων αυτών των κρατικών δυνάμεων που τρέφονται από το αίμα της τάξης μας. Ο αντιπολεμικός-αντικαπιταλιστικός αγώνας περνά μέσα από τη διάρρηξη της ηθικολογικής αφήγησης περί ταύτισης των προλετάριων με τα εγκλήματα των κρατών τους ή περί «λευκού δυτικού προνομίου», αναδεικνύοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη μας και ενισχύοντας τους αντιπολεμικούς αγώνες με πραγματικά ταξικό πρόσημο. Δεν υπερασπιζόμαστε κανένα κράτος και καμία πατρίδα. Ο μοναδικός μας ορίζοντας είναι η παγκόσμια προλεταριακή κοινότητα και οι αγώνες για την ενοποίησή της προς την κατεύθυνση της αυτοκατάργησής της μαζί με όλα τα κράτη, τα σύνορα και τις τάξεις.

Κανένας πόλεμος μεταξύ των προλετάριων – Καμία ειρήνη μεταξύ των τάξεων

Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση

Ο πόλεμος μεταξύ των κρατών είναι πόλεμος ενάντια στην εργατική τάξη

Έφτασε η στιγμή που ο πόλεμος γίνεται ξανά αντικείμενο καθημερινής συζήτησης, με το τηλεοπτικό θέαμα να αρχίζει να μιλά για το πόσα καταφύγια έχουν παραμείνει σε λειτουργία από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε περίπτωση που βομβαρδιστεί η Αθήνα. Στους αλγόριθμους των social media προωθείται μια μιλιταριστική έξαρση, συνοδευόμενη από μια αισθητικοποίηση του στρατού. Τα μέτρα αποτροπής της αποφυγής της στρατιωτικής θητείας και το κυνήγι των γιωτάδων, που βιαστικά ψήφισε το κυβερνητικό προσωπικό, αποδείχθηκε πολύ γρήγορα πως μόνο τυχαία δεν ήταν. Το κεφάλαιο ζητά επιτακτικά κρέας για τα κανόνια, ζητά περισσότερα πτώματα για τους πολέμους του, και η επιστράτευση έγινε θέμα συζήτησης στην ημερήσια διάταξη — από τα τηλεοπτικά πάνελ μέχρι τα trends του TikTok. Βλέπουμε να διαφημίζονται περήφανα οι ελληνικές φρεγάτες και τα F-16 στην Κύπρο, έτοιμα να βάλουν το λιθαράκι τους στους πολεμικούς σχεδιασμούς εναντίον του Ιράν. Βλέπουμε το ελληνικό κράτος και τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς να επικαλούνται την τρισχιλιετή ιστορία και τους Περσικούς Πολέμους, για να προετοιμάσουν τον θάνατο της εργατικής νεολαίας στα σφαγεία των μαχών, την ίδια ώρα που συνεχίζουμε να μετράμε νεκρούς προλετάριους στους χώρους εργασίας και στα σύνορα.

Ο πόλεμος δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως μια ακόμη «μπίζνα» του κεφαλαίου ή ως ευκαιρία κερδοσκοπίας μέσα από τους εξοπλισμούς, την ενέργεια και τις αγορές. Είναι η μορφή που λαμβάνει ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σήμερα οξύνεται λόγω του μετασχηματισμού της καπιταλιστικής παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα: από την αναδιοργάνωση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και την όξυνση του ανταγωνισμού για αγορές, τεχνολογίες, πρώτες ύλες και υποδομές, αλλά και από τις βαθιές τάσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Η τεράστια αύξηση της παραγωγικής ικανότητας δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες κεφαλαίου δυσκολεύονται να αξιοποιηθούν κερδοφόρα, ενισχύοντας τις τάσεις κρίσης και σχετικής στασιμότητας και οξύνοντας τον ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Σε αυτό το περιβάλλον, η καπιταλιστική συσσώρευση γίνεται όλο και περισσότερο ζήτημα στρατηγικής κρατικής πολιτικής και ενισχύεται ο ρόλος των κρατών ως οργανωτών της συσσώρευσης, μέσα σε ένα πλαίσιο αναδυόμενου κρατικού καπιταλισμού. Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος αποτελεί στιγμή της ευρύτερης διαδικασίας αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, μέσα από την οποία επανακαθορίζονται σφαίρες επιρροής, δίκτυα υποδομών, γεωγραφίες παραγωγής και όροι συσσώρευσης.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι κάτι εξωτερικό προς τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, καθώς στον πυρήνα της βρίσκεται η ίδια η εκμετάλλευση της εργασίας και η διαρκής αναδιάρθρωση των όρων της. Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι δεν είναι παρά μια πιο συγκεκριμένη μορφή αυτής της αντίθεσης στο επίπεδο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικά εδαφικοποιημένων κεφαλαίων. Πέρα από σύγκρουση για το ποιος θα αποσπάσει βίαια τη μερίδα του λέοντος από την εκμετάλλευση του παγκόσμιου προλεταριάτου, αποτελούν και έναν τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο επιχειρεί να επιβάλει νέους όρους εκμετάλλευσης και πειθάρχησης της εργατικής τάξης. Ο πόλεμος μεταφράζεται στο εσωτερικό κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού σε άνοδο των τιμών, υποτίμηση του άμεσου και του κοινωνικού μισθού, επιδείνωση των όρων αναπαραγωγής της ζωής και ενίσχυση της κρατικής καταστολής. Η διεθνής ένταση και η πολεμική κινητοποίηση ενισχύουν τον εθνικισμό, συσπειρώνουν γύρω από το κράτος και εκτρέπουν τις κοινωνικές αντιφάσεις και συγκρούσεις προς την ψευδή φιγούρα του «εξωτερικού εχθρού», έναντι του αληθινού εσωτερικού εχθρού που δεν είναι άλλος από τα αφεντικά και το κράτος. Έτσι, ο καπιταλιστικός πόλεμος δεν είναι μια εξωτερική σύγκρουση παράλληλη προς την ταξική πάλη, αλλά ένας οργανικός μηχανισμός αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κυριαρχίας, που στρέφεται τελικά άμεσα εναντίον των προλετάριων σε κάθε εθνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Πιο συγκεκριμένα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πόλεμος αυτός παράγει ένα θέαμα ιμπεριαλιστικής ενότητας και ισχύος απέναντι στους ισχυρούς αγώνες που έχουν ξεσπάσει εναντίον των πογκρόμ που έχει εξαπολύσει το αμερικανικό κράτος εναντίον της παρανομοποιημένης μεταναστευτικής εργατικής τάξης, στα πλαίσια της στοχοποίησής της ως κεντρικού εσωτερικού εχθρού. «Λευκοί», «λατίνο» και «μαύροι» εργάτες έχουν βρεθεί από κοινού στους δρόμους, φτάνοντας στη Μινεσότα στο σημείο της εξεγερσιακής γενικής απεργίας. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος φτάνει στο Ιράν μετά από μια εκτεταμένη ταξική εξέγερση ενάντια στην άνοδο των τιμών και τη φτωχοποίηση που προκάλεσε ο συνδυασμός του οικονομικού πολέμου από το αντίπαλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που επιβάλλει η θεοκρατική αντίδραση που ελέγχει το ιρανικό κράτος. Η εξέγερση ήταν ιδιαίτερα πολύπλευρη και ανέδειξε τόσο ανεξέλεγκτες μορφές αυτο-οργάνωσης πληβειακών στρωμάτων όσο και οργανωμένες πραξικοπηματικές κινήσεις από συντηρητικές φράξιες της αντιπολίτευσης που συμμαχούν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η επίθεση, λοιπόν, των ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει και μια τεράστια ιδεολογική λειτουργία, ως μια πιο προωθημένη μορφή αντιεξέγερσης απέναντι στην ταξική πλευρά της ιρανικής εξέγερσης. Επιχειρεί να διασφαλίσει ότι δεν θα επεκταθεί προς ένα νέο κύμα ταραχών στις αραβικές χώρες και ότι κάθε νέα κρατική μορφή στο Ιράν, είτε πρόκειται για μια αναμορφωμένη εκδοχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας είτε για μια φιλελεύθερη μοναρχία υπό τον Παχλαβί, θα συντρίψει τη μαχητική επαναστατική παράδοση του ιρανικού προλεταριάτου, που γέμισε τη χώρα με εργατικά συμβούλια και με την οποία πρέπει να αναμετριέται κάθε τόσο η Ισλαμική Δημοκρατία. Για την κλυδωνιζόμενη ισραηλινή κυβέρνηση, μια νίκη απέναντι στον προβαλλόμενο νούμερο ένα κίνδυνο του Ιράν αποτελεί κλασική μέθοδο αποκατάστασης της σταθερότητας, της νομιμοποίησης και της ισχύος του ισραηλινού κράτους, το οποίο προβάλλεται ως αναντικατάστατος προστάτης των ισραηλινών προλετάριων, ώστε αυτοί να συνεχίσουν να στοιχίζονται στο πλευρό του. Ο περιφερειακός ιμπεριαλισμός του Ιράν εμπλέκεται άμεσα σε μια σειρά μαζικών σφαγών πληβείων: από τη γενοκτονία σουνιτών στον Συριακό εμφύλιο πόλεμο, μαζί με το καθεστώς Άσαντ και το ρωσικό ιμπεριαλισμό, και τις εκκαθαρίσεις σουνιτών στο Ιράκ μέχρι τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Υεμένη ενάντια σε Σαουδική Αραβία και Η.Α.Ε. Επιπλέον έπαιξε κεντρικό ρόλο στη στρατιωτικοποίηση των αγώνων των Παλαιστινίων και, ευρύτερα, στην καπιταλιστική εκμετάλλευση του προλεταριάτου της Δυτικής Ασίας – μεταξύ άλλων, μέσα από τη στήριξη της Χαμάς και της Χεζμπολάχ. Αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν μηχανισμό πειθάρχησης και διαχωρισμού του προλεταριάτου στην καπιταλιστική προσταγή, που λειτουργεί συμπληρωματικά, σε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο δίπολο, με τη στρατιωτικοποίηση που επιβάλλει το ισραηλινό κεφάλαιο.

Το ελληνικό κράτος συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη θέση του μέσα στους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς, για να προωθήσει τα συμφέροντα του εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου. Η στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική, χωρίς να αναιρεί την ύπαρξη πολλαπλών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων μέσα στο διεθνές σύστημα (συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας και της Κίνας). Η συμμετοχή του σε στρατιωτικές αποστολές και διεθνείς επιχειρήσεις –όπως οι ναυτικές δυνάμεις που συγκροτήθηκαν για την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών από κοινού με την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ισπανία (που, κατά τα άλλα, υποτίθεται ότι απέχει από τη σύρραξη)– συνδέεται με την ευρύτερη προσπάθεια διασφάλισης της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και των εμπορικών ροών σε παγκόσμια κλίμακα, στις οποίες το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο κατέχει ιδιαίτερα ισχυρή θέση και οι οποίες απειλούνται από την αντεπίθεση του κράτους του Ιράν. Η αποστολή ελληνικών φρεγατών και F-16 στην Κύπρο, καθώς και οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη πως «η Κύπρος αποτελεί βραχίονα του ελληνισμού» και πως «η αποστολή μας είναι αμυντική και ειρηνική», σε συνέχεια των δηλώσεων του Ν. Δένδια περί «τελευταίου ειρηνικού καλοκαιριού» και περί της προετοιμασίας της Ευρώπης για φέρετρα, προάγουν την ψευδή διάκριση περί «αμυντικών» και «επιθετικών» πολέμων και προετοιμάζουν την τάξη μας ώστε να γίνει πρόθυμα κρέας για τα κανόνια της πολεμικής μηχανής.

Ο μόνος δρόμος για την εργατική τάξη ώστε να εναντιωθεί στον καπιταλιστικό πόλεμο, είναι η άρνηση και η αλληλεγγύη, η μαζική λιποταξία, τα σαμποτάζ σε στρατιωτικές δομές, οι απεργίες και οι καταλήψεις ενάντια στην πολεμική οικονομία. Ο αντιπολεμικός αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι κομμάτι του συνολικότερου αγώνα ενάντια στα κράτη, τα έθνη και τον καπιταλισμό, ενάντια στην ψευδαίσθηση της καπιταλιστικής «ειρήνης». Είναι ο αγώνας για την όξυνση του ταξικού πολέμου, ενάντια στην εθνική ενότητα που επιβάλλεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά του κράτους και της διαμεσολάβησης, με τη δεύτερη, αντί να εναντιώνεται στο έθνος και στον στρατό, είτε να προωθεί την απροκάλυπτη εθνικιστική ρητορική «όχι φαντάροι έξω από τα σύνορα αλλά φρεγάτες στην Κύπρο για την εθνική ασφάλεια» είτε να αναφέρεται στην «εξάρτηση της Ελλάδας» παρουσιάζοντας το ελληνικό κράτος ως ενεργούμενο. Προωθείται, έτσι, μια εναλλακτική γραμμή εθνικής ενότητας/ανεξαρτησίας υπέρ ενός άλλου σχεδίου καπιταλιστικής συσσώρευσης, ενώ πίσω από την «πασιφιστική» μορφή κρύβεται ένα εναλλακτικό μιλιταριστικό σχέδιο που θα δοκιμαστεί απέναντι στην Τουρκία ή αλλού. Είναι ο αγώνας απέναντι στη στρατοπεδική λογική που θέλει να προσδέσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου με την Ισλαμική Δημοκρατία, τους Παχλαβί ή ακόμη χειρότερα με την «εξαγωγή δημοκρατίας» του αμερικανικού ή του ρωσικού ιμπεριαλισμού, όλων αυτών των κρατικών δυνάμεων που τρέφονται από το αίμα της τάξης μας. Ο αντιπολεμικός-αντικαπιταλιστικός αγώνας περνά μέσα από τη διάρρηξη της ηθικολογικής αφήγησης περί ταύτισης των προλετάριων με τα εγκλήματα των κρατών τους ή περί «λευκού δυτικού προνομίου», αναδεικνύοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη μας και ενισχύοντας τους αντιπολεμικούς αγώνες με πραγματικά ταξικό πρόσημο. Δεν υπερασπιζόμαστε κανένα κράτος και καμία πατρίδα. Ο μοναδικός μας ορίζοντας είναι η παγκόσμια προλεταριακή κοινότητα και οι αγώνες για την ενοποίησή της προς την κατεύθυνση της αυτοκατάργησής της μαζί με όλα τα κράτη, τα σύνορα και τις τάξεις.

 

Κανένας πόλεμος μεταξύ των προλετάριων – Καμία ειρήνη μεταξύ των τάξεων

Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση

Καλούμε σε ανοιχτή συνέλευση για τη διοργάνωση δράσεων την Τρίτη 10/3, 18.30 στον χώρο In Situ, Σπ. Τρικούπη 71.

Όχι στη Στρατιωτική Θητεία. Όχι στη Στρατιωτικοποιημένη Κοινωνία

Νέο «αμυντικό» (σ.τ.μ. πολεμικό) δόγμα:  o ελληνικός επεκτατισμός ακονίζει τα νύχια του

Τα κράτη, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κρίσης, στρέφονται όλο και περισσότερο στην πολεμική οικονομία, φτάνοντας τον ταξικό πόλεμο ενάντια στις πληβειακές τάξεις στο όριο της εξόντωσης, μέσα από την αύξηση των πολέμων και των γενοκτονιών σε όλο τον πλανήτη. Το κεφάλαιο τρέφεται και ζητά όλο και περισσότερο τον θάνατο της ζωντανής εργασίας. Σε αυτή τη συνθήκη, ο Δένδιας κηρύσσει το νέο πολεμικό δόγμα του ελληνικού κράτους, που κατ’ ευφημισμό αποκαλείται «αμυντικό».

Οι γιωτάδες, τα άτομα που είτε δεν μπορούν να υπηρετήσουν στον στρατό λόγω ψυχικής και σωματικής κατάστασης είτε την επικαλούνται προσχηματικά επειδή δεν θέλουν να χάσουν χρόνο από τη ζωή τους για να υπακούν εντολές και να προετοιμάζονται για να γίνουν κρέας για τα κανόνια, ενώ ήταν ανεκτοί για κάποια χρόνια, πλέον αντιμετωπίζονται ως ένας σημαντικός εσωτερικός εχθρός που πρέπει να συντριβεί.  Βέβαια, κι αυτή η περίοδος ανοχής δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Ήταν αποτέλεσμα των άτυπων αντιστάσεων όσων διεκδικούσαν να αναγνωριστούν ψυχικά ανίκανοι και της μαζικότητας του αιτήματος, που κατέστησε απρόσφορο και δαπανηρό για το κράτος τον παλαιότερο αυστηρό έλεγχο των αιτούντων. Ήταν η στρατηγική του ελληνικού κράτους που έτεινε περισσότερο προς έναν πιο επαγγελματικό στρατό, με ενίσχυση των ΕΠ.ΟΠ., πιο προσανατολισμένο σε περιορισμένες ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις για την προβολή ισχύος των συμφερόντων του στα Βαλκάνια και τη Δυτική Ασία, όπως έκανε με τη στρατιωτική παρουσία του στο Κόσοβο, στο Αφγανιστάν και με τις φρεγάτες του στη Λιβύη και στην Ερυθρά Θάλασσα. Τώρα όμως, που η καπιταλιστική κρίση συσσώρευσης και αναπαραγωγής φέρνει όλο και πιο κοντά τον ολοκληρωτικό πόλεμο, το κράτος παίρνει πίσω την όποια ανοχή και περνά στην αντεπίθεση απέναντι στον εσωτερικό εχθρό των γιωτάδων, ενισχύοντας το νομικό του οπλοστάσιο για να μειώσει δραστικά τον αριθμό τους και να ταλαιπωρήσει και να στιγματίσει όσους επιμένουν στην άρνηση στράτευσης.

Στο υπό ψήφιση σχέδιο νόμου που κατέθεσε το κυβερνητικό προσωπικό, οι αλλαγές είναι σαρωτικές. Μέχρι τώρα, όσοι καλούνταν στην ΕΣΣΟ τους έπαιρναν ένα χαρτί από έναν ιδιώτη γιατρό που πιστοποιούσε μια ψυχική νόσο, το κατέθεταν στον ψυχίατρο του στρατού που τους εξέταζε και, με τη γνωμάτευσή του, περνούσαν από μια τριμελή επιτροπή που τους χορηγούσε την πολυπόθητη αναβολή και, αφού εξασφάλιζαν δύο χρόνια αναβολών, έπαιρναν τελικά την οριστική απαλλαγή. Αυτό σήμαινε 2 ή 3 φορές επανάληψη της ίδιας διαδικασίας. Αυτή η ταλαιπωρία, με το νέο νομοσχέδιο, παρατείνεται στα πέντε χρόνια και πλέον δεν αρκούν χαρτιά από ιδιώτη γιατρό, αλλά απαιτείται είτε χαρτί από επιμελητή δημόσιου νοσοκομείου είτε από ΚΕΠΑ, την αρμόδια υπηρεσία πιστοποίησης αναπηριών. Εναλλακτικά, προτείνεται εκούσια νοσηλεία σε στρατιωτικό ψυχιατρείο με ψυχομετρικά τεστ, διαδικασία εξουθενωτική επίσης. Φυσικά, πέρα από την ταλαιπωρία της νέας διαδικασίας, αυξάνονται δραματικά οι πιθανότητες να θεωρηθούν κατάλληλα και άτομα που όντως ψυχικά δεν αντέχουν τη βία και την επιβολή της στρατιωτικής θητείας, που άλλωστε είναι τραυματική εμπειρία για όλους τους ανθρώπους.   Και όσοι δεν αντέχουν ή δεν θέλουν τον στρατό και απορριφθεί η αίτησή τους να κριθούν ακατάλληλοι δεν έχουν άλλο δρόμο από το να περάσουν στρατοδικείο και να κηρυχθούν ανυπότακτοι, όπου και εκεί τα πρόστιμα γίνονται πιο εξοντωτικά: από 810 ευρώ τον μήνα πάνε στα 1500 ευρώ, ενώ το όριο για την εξαγορά από τα 33 πηγαίνει στα 40 έτη.

Για όσους γίνουν αντιρρησίες συνείδησης και κάνουν τη λεγόμενη εναλλακτική θητεία -που ήταν ούτως ή άλλως μακρά και βασανιστική- πλέον αμφισβητείται το δικαίωμά τους και μπορεί να ανακληθεί, αν κριθεί από την επιτήρηση του τρόπου ζωής τους ότι με βάση τα κριτήρια του κράτους δεν ταιριάζει με τις αξίες που θα έπρεπε να έχει ένας αντιρρησίας.

 

Ενεργοί έφεδροι: όταν το κράτος προετοιμάζει τους παρακρατικούς πραιτωριανούς του

Οι αλλαγές ξεκινούν από το κυνήγι των γιωτάδων και των ανυπότακτων, αλλά δεν σταματούν εκεί· επιδιώκεται μια συνολική στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας στο πλαίσιο της νέας πολεμικής οικονομίας.

Κατ’ αρχας, ενισχύεται η επιτήρηση των στρατεύσιμων για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους καθώς είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τις αρχές για κάθε αλλαγή mail, τηλεφώνου και διεύθυνσης μέχρι τα 60 που τελειώνει η υποχρέωσή τους να στρατευτούν σε περίπτωση πολέμου. Οι αναβολές σπουδών περιορίζονται σύμφωνα με το ν+2 ενώ για τους διδακτορικούς παρατείνονται το πολύ μέχρι τα 30. Πέρα από τα κατασταλτικά μέτρα, μπαίνει σαν τυράκι η ενίσχυση της αναγνώρισης προϋπηρεσίας και της δωρεάν επαγγελματικής ειδίκευσης στο στρατο  με όρους απλήρωτης και υποτιμημένης δουλειάς, που βέβαια αποτελεί και μέρος της συνολικότερης στρατιωτικοποίησης της εργασίας που προωθείται.

Οι έφεδροι, δηλαδή όσοι κληρωτοί έχουν εκπαιδευτεί στη θητεία τους ως έκτακτοι αξιωματικοί, σε καιρό επιστράτευσης θα παραμένουν μέχρι τα 60 στην εφεδρεία, με τριετείς και πενταετείς κλήσεις για μετεκπαίδευση. Αυστηροποιείται η διοικητική επιτήρησή τους, με την υποχρέωση ενημέρωσης στοιχείων επικοινωνίας/διεύθυνσης για χρόνια, ενώ επιβάλλεται πρόστιμο 300 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Εισάγεται επίσης ο θεσμός του «Ενεργού Εθελοντή Εφέδρου», με διακηρυγμένο στόχο τη δημιουργία ενός σώματος 150.000 «ενεργών εθελοντών εφέδρων». Ενός σώματος εθνικιστικά χρωματισμένου, που εύκολα μπορεί να κινητοποιηθεί όχι μόνο εναντίον του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού εχθρού. Προωθείται η εθελοντική ένοπλη θητεία γυναικών — δηλαδή μια διεύρυνση της δεξαμενής του στρατεύσιμου πληθυσμού, που επενδύεται και νομιμοποιείται ιδεολογικά με τη δημοκρατική-ταυτοτική γλώσσα περί δικαιωμάτων και συμπερίληψης.

Επιχειρείται ο «εξορθολογισμός» και η αποκατάσταση της εσωτερικής ιεραρχίας των μόνιμων στρατιωτικών, που συνοδεύεται από την επιβολή και εμπέδωση ενός πιο σκληρού εθνικιστικού ιδεολογικού πλαισίου, που ξεπερνά την κλασική ιδεολογία περί «εθνικής άμυνας» και προχωρά προς αναφορές στην επιβολή των «κυριαρχικών δικαιωμάτων» του έθνους «όπου γης», σύμφωνα με τις δηλώσεις Δένδια. Προβάλλεται ρητά η μετάβαση από ένα περιορισμένο πεδίο επιχειρήσεων κοντά στα εθνικά σύνορα σε ένα δόγμα επιβολής στρατιωτικής ισχύος παγκόσμιας εμβέλειας, σε συντονισμό με τις κινήσεις και τους σχεδιασμούς των συμμαχικών δυνάμεων του (κλυδωνιζόμενου) «ευρωατλαντικού» ιμπεριαλιστικού μπλοκ και ιδίως στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτοδύναμης στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης μέσα από το Rearm Europe.

Οι μισθοί μικραίνουν, οι στρατοί κι οι μπάτσοι πληθαίνουν

Για να  συνειδητοποιήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό τώρα, πρέπει να δούμε τι έχει αλλάξει στην υλική βάση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η κρίση του 2008 δεν ήταν απλώς οικονομική – ήταν κρίση ολόκληρου του μοντέλου της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα ότι η αγορά θα ρύθμιζε ομαλά τις διεθνείς σχέσεις, ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα εγγυόταν την καπιταλιστική ειρήνη, κατέρρευσε. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν επιστροφή σε κάποιο προηγούμενο στάδιο, αλλά κάτι νέο: ένας κρατικός καπιταλισμός που παίρνει τη μορφή πολεμικής οικονομίας. Το νομοσχέδιο για τον στρατό εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση του κράτους προς την πολεμική ετοιμότητα, την εσωτερική πειθάρχηση και την οργάνωση της αναλωσιμότητας και της εκκαθάρισης των πλεονάζοντων προλετάριων. Και γι’ αυτό έχει σημασία ότι το νομοσχέδιο δεν αλλάζει μόνο τους όρους της στρατολόγησης και των αναβολών, αλλά θεσμοθετεί την «ενεργή εφεδρεία», δημιουργώντας άμεσα ένα σώμα έτοιμο να επέμβει εναντίον του εσωτερικού εχθρού, , προβλέπει την επαναλαμβανόμενη μετεκπαίδευση, αυστηροποιεί τη διοικητική επιτήρηση και οργανώνει τον τεχνολογικό και οργανωτικό εκσυγχρονισμό, εισάγοντας ένα πολύ πιο φιλόδοξο και ιμπεριαλιστικό επιχειρησιακό δόγμα. 

Η μετάβαση από το «κράτος πρόνοιας» στο «κράτος ασφάλειας» αποτελεί ταυτόχρονα και μια τεράστια μεταβίβαση αξίας από τον «κοινωνικό μισθό», το μερίδιο της αξίας της εργασιακής δύναμης που δεν καταβάλλεται ατομικά αλλά παρέχεται συλλογικά μέσω των υπηρεσιών του «κοινωνικού κράτους», προς την πολεμική βιομηχανία, η οποία απορροφά το πλεονάζον κεφάλαιο και δίνει προσωρινά διέξοδο στην κρίση υπερσυσσώρευσης. Συγκεκριμένες μερίδες του κεφαλαίου που δραστηριοποιούνται στους εξοπλισμούς, τις υποδομές, τις μεταφορές και την επιμελητεία αυξάνουν τα κέρδη τους. Η επίκληση της εθνικής ασφάλειας γίνεται αποτελεσματική μέθοδος για να λεηλατηθεί ό,τι απόμεινε μετά από τα τελευταία 15 χρόνια λιτότητας, μείωσης των πραγματικών μισθών και διάλυσης των κοινωνικών υπηρεσιών στην Ελλάδα. Η αναδιάρθρωση του στρατού δεν είναι κάτι που διαχωρίζεται από την επίθεση στις εργασιακές σχέσεις (δηλαδή τις σχέσεις εκμετάλλευσης της εργασίας), στους χώρους εκπαίδευσης και στην υγεία. Είναι η άλλη όψη της ίδιας ακριβώς πολιτικής υπέρ της άρσης των εμποδίων στην αναπαραγωγή του εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου.

 

Καμία πατρίδα δεν μας ενώνει, κανένα σύνορο δεν μας χωρίζει: Η παγίδα της εθνικής ενότητας

Για να περάσει όμως αυτή η μετάβαση προς την πολεμική κανονικότητα, χρειάζεται συναίνεση. Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το πιο παλιό και αποτελεσματικό εργαλείο: η εθνική ενότητα και το δόγμα του αμυντικού πολέμου. Μας λένε: αυτή τη φορά είναι διαφορετικά, αυτή τη φορά πρόκειται για την επιβίωση του έθνους που απειλείται από τις επιβουλές των εχθρών, αυτή τη φορά η πολεμική προετοιμασία είναι αναγκαία. Κάθε κράτος βαφτίζει τον ρόλο του αμυντικό. Αλλά η ίδια η έννοια της «άμυνας» είναι εθνικιστική – προϋποθέτει ότι υπάρχει κάποιος συλλογικός εθνικός οργανισμός που πρέπει να προστατευτεί, ότι έχουμε κοινά συμφέροντα με το κεφάλαιο και το κράτος του απλώς και μόνο επειδή είμαστε υπήκοοί του. Από τη σκοπιά των προλεταριακών συμφερόντων, όμως, αυτή η «άμυνα» είναι άμυνα κεφαλαίων, αγορών, «κυριαρχικών δικαιωμάτων», σφαιρών επιρροής. Γι’ αυτό δεν υπερασπιζόμαστε σύνορα, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδες και τα συναφή. Δεν είναι «δικά μας» – συνθέτουν τη γεωμετρία του ανταγωνισμού και της βίας του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αντ’ αυτού προτάσσουμε την όξυνση του ταξικού πολέμου και την απελευθέρωση χώρων και χρόνων για το προλεταριάτο. Απέναντι στη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας που προβάλλουν τα νέα μέτρα, εμείς αντιπροτάσσουμε την αλληλεγγύη και τη χειραφέτηση, με καταλήψεις και αυτοοργάνωση στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, απεργίες και περιφρουρήσεις στους χώρους δουλειάς.

Σε μια κοινωνία που μοιάζει όλο και περισσότερο με στρατώνα και όπου οι βόμβες στέκονται σαν διαρκής απειλή πάνω από τα κεφάλια μας, εμείς προτάσσουμε τον οπλισμό των συλλογικών μας αρνήσεων, όχι μόνο απέναντι στη στρατιωτική θητεία και την εφεδρεία, αλλά και απέναντι σε όλο το σύστημα της υποταγής και της μισθωτής εργασίας, του ανταγωνισμού για τη συσσώρευση κεφαλαίου των αφεντικών, που εν τέλει ο θερμός πόλεμος δεν είναι παρά η κορύφωσή του. Είμαστε στο πλευρό των λιποτακτών και των φυγάδων, των προδοτών της εθνικής ενότητας, σε Ρωσία, Ουκρανία, Ελλάδα, Τουρκία, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Πακιστάν, Ινδία και όπου αλλού υπάρχει διακρατικός και ενδοκυριαρχικός πόλεμος. Είμαστε με το μέρος όσων οργανώνονται συλλογικά και εξεγείρονται απέναντι στον πόλεμο των αφεντικών, αντιπροτάσσοντας τη διεθνιστική προλεταριακή αλληλεγγύη, με τους φαντάρους που, για να μη χτυπήσουν τους αλλοεθνείς προλετάριους, στρέφουν τα όπλα ενάντια στους διοικητές τους. Είμαστε με όσους επιτίθενται σε κάθε στρατοαστυνομική εξουσία, όχι για να την αντικαταστήσουν με μια νέα στο όνομα κάποιας πατρίδας, αλλά για τη συλλογική χειραφέτηση και ενοποίηση όλων των καταπιεσμένων και την καταστροφή των διαχωρισμών και των ιεραρχιών του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.

6 Ιανουαρίου 2026

Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση

 

Εισήγηση της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Συνέλευσης (ΥΦΑΝΕΤ 26/10/2025)

Εισήγηση της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Συνέλευσης

ΥΦΑΝΕΤ 26/10/2025

Εισαγωγή

Καταρχάς, ευχαριστούμε πολύ τις συντρόφισσες και τους συντρόφους από την πρωτοβουλία revdef για την πρόσκληση και την κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ για τη φιλοξενία. Θεωρούμε ότι πρόκειται για μια πρωτοβουλία μεγάλης σημασίας για την ενίσχυση των αντικρατικών, προλεταριακών διεθνιστικών θέσεων.

Εδώ και τέσσερις μήνες έχουμε συγκροτήσει την Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση στην Αθήνα, με σκοπό την ανάδειξη της ταξικής, προλεταριακής σκοπιάς σε σχέση με την τρέχουσα παγκόσμια καπιταλιστική πολεμική πραγματικότητα, δίνοντας έμφαση στα όσα διαδραματίζονται στη Μέση Ανατολή. Είμαστε ένας ετερόκλητος πολιτικός σχηματισμός, το συνεκτικό στοιχείο του οποίου βρίσκεται στην εναντίωση σε κάθε εθνική και κρατική ιδεολογία, καθώς και στην προώθηση του ταξικού διεθνιστικού αντιπολεμικού κινήματος. Μέχρι αυτή τη στιγμή η διαδικασία μας έχει δημοσιεύσει μία αφίσα που εναντιώνεται στο συντελούμενο εθνικιστικό στρατοπεδισμό, στη γενοκτονία των Παλαιστινίων και στην προετοιμασία ολόκληρης της κοινωνίας για την ένταξή της στους διακρατικούς πολεμικούς σχεδιασμούς. Έχουμε παράξει και εκτενή λόγο για τα γεγονότα στη Δυτική Ασία, ο οποίος έχει διακινηθεί είτε διαδικτυακά, είτε σε μορφή μοιράσματος, αλλά και μέσω μικροφωνικής παρέμβασης. Τέλος, συμμετείχαμε στην γενική απεργία της 1ης του Οκτωβρίου, δημοσιεύοντας και μοιράζοντας προκήρυξη που συνέδεε το νομοσχέδιο για τη 13ωρη εργασία με την ανάδυση της πολεμικής οικονομίας, ως μορφή εμφάνισης της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να απομυστικοποιήσουμε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, χωρίζοντας την ανάλυσή μας σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος θα ασχοληθούμε με τη διαδικασία ενσωμάτωσης και ομογενοποίησης του εθνικού υποκειμένου μέσα στα έθνη-κράτη, τόσο γενικά όσο και πιο ειδικά. Θα χρησιμοποιήσουμε ποικίλα ιστορικά παραδείγματα μαζικών δολοφονικών εκκαθαρίσεων στο όνομα του «έθνους», με στόχο να απομυθοποιήσουμε τις «ιδιαιτερότητες» του κράτους του Ισραήλ και της γενοκτονίας των Παλαιστινίων που συντελείται από αυτό, αντιμετωπίζοντάς τη ως εγγενές δολοφονικό χαρακτηριστικό των εθνικών κρατών πιο γενικά. Έπειτα θα εμβαθύνουμε στη διαχρονική σχέση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης, εστιάζοντας στην εξέλιξη της εκμετάλλευσης του παλαιστινιακού πληθυσμού από υποτιμημένο εργατικό δυναμικό έως πλεονάζον προλεταριάτο, μέχρι το σημείο της μαζικής του εξόντωσης. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στο ρόλο της Χαμάς και την παγίδα του «αντι-ιμπεριαλιστικού» στρατοπεδισμού που ενισχύει τις πατριωτικές, εθνικιστικές ψευδαισθήσεις σε βάρος της κριτικής της καπιταλιστικής ολότητας και της ταξικής συνείδησης. Τέλος, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις δικές μας αντιστάσεις, αναδεικνύοντας και συγκεκριμενοποιώντας τη λογική του προλεταριακού διεθνισμού, οριοθετώντας τις δράσεις μας βάσει της πάλης των τάξεων.

Η εθνοκάθαρση ως αναγκαίος όρος ανάδυσης και συντήρησης του έθνους-κράτους

Η ανάδυση του έθνους-κράτους είναι αλληλένδετη με τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Προϋποθέτει την ενοποίηση των πληβειακών στρωμάτων για την οργάνωση της εκμετάλλευσής τους από τα επί μέρους εθνικά κεφάλαια, με όρους τόσο ενσωμάτωσης και αντιπροσώπευσης όσο και ιεραρχίας, αποκλεισμού και εκτοπισμού, στη βάση της εθνικής ψευδοκοινότητας, είτε αυτή ορίζεται με το δίκαιο του εδάφους ως σώμα πολιτών που γεννήθηκαν σε έναν τόπο, είτε φυλετικά, με το δίκαιο του αίματος, στις πιο αντιδραστικές εκδοχές εθνοτικού εθνικισμού. Αυτό, φυσικά, δεν είναι μια διαδικασία που σταματά στη γέννηση του έθνους-κράτους, αλλά αφορά και τη διατήρησή του όσο και την επέκτασή του, μέσα από τον τρόπο που ιεραρχεί την εκμεταλλευόμενη εργατική δύναμη και αποκλείει τους υπεράριθμους πληθυσμούς μέσα από τις εθνικές πολιτικές.

Το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά από την ιστορία του κράτους στο οποίο ζούμε, που ήταν και αυτό που εισήγαγε το καπιταλιστικό έθνος-κράτος στα Βαλκάνια, με τον εξαιρετικά βίαιο τρόπο της καθολικής εθνοθρησκευτικής γενοκτονίας και εκτοπισμού των μουσουλμανικών και των εβραϊκών πληθυσμών της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, ώστε να φτιαχτεί ένα κράτος με καθαρά ελληνορθόδοξο πληθυσμό. Δεν σταμάτησε όμως εκεί, καθώς κάθε επέκταση του ελληνικού κράτους σήμαινε, με «μαλακή» ή «σκληρή» ισχύ, έναν νέο γύρο εθνοκάθαρσης· για παράδειγμα, τον δέκατο ένατο αιώνα συνεχίστηκε με την έξοδο των Τουρκοκρητικών και την ελληνοποίηση της Κρήτης. Η κατάκτηση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου στους Βαλκανικούς πολέμους, και μετέπειτα η Μικρασιατική Εκστρατεία, σήμαναν έναν νέο γύρο εκκαθαριστικών σφαγών εναντίον αλλοεθνών, που στη μεγάλη τους κλίμακα ολοκληρώθηκαν το 1949. Μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν η διπλή εθνοκάθαρση που συμφωνήθηκε με την Τουρκία, με το ωραιοποιημένο όνομα «ανταλλαγή πληθυσμών», τα αντισημιτικά πογκρόμ εναντίον ιδίως των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στον Μεσοπόλεμο, και η σιωπηλή και ηχηρή συναίνεση της τοπικής αστικής κοινωνίας στην εξόντωσή τους στη Shoah από τους Ναζί. Επίσης ο μαζικός εκτοπισμός των Τσάμηδων το 1944 και η μακροχρόνια πολιτική καταναγκαστικού εξελληνισμού των ντόπιων Σλαβομακεδόνων, με απαγόρευση της γλώσσας και του πολιτισμού τους από τον Μεσοπόλεμο, τον υποχρεωτικό εξελληνισμό τους και την εξορία όσων ανέπτυξαν το δικό τους εθνικό κίνημα του ΝΟΦ1 στο πλαίσιο του ΔΣΕ στη Γιουγκοσλαβία, με αφαίρεση ιθαγένειας και μη επαναπατρισμό τους όταν, στα πλαίσια της «εθνικής συμφιλίωσης», επέστρεψαν και ξαναπέκτησαν ιθαγένεια οι Έλληνες κομμουνιστές. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σημαντική θέση είχε η απόπειρα εθνοκάθαρσης των Τουρκοκύπριων, στα πλαίσια των σχεδίων προσάρτησης της Κύπρου στο ελληνικό κράτος, σε συνεργασία με το ελληνοκυπριακό κράτος-κεφάλαιο, που τελικά είχε και έχει τους δικούς του αυτοτελείς στόχους. Και βέβαια, η εθνική εκκαθάριση εναντίον των πλεοναζόντων πληθυσμών για το κεφάλαιο συνεχίζεται και σήμερα, με τον πόλεμο εναντίον των μεταναστ(ρι)ών και των προσφύγων στα σύνορα, τις δολοφονίες τους και τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα με ολοένα και πιο στρατιωτικοποιημένους όρους.

Φυσικά, αυτή η διαδικασία αφορά κάθε καπιταλιστικό κράτος ως μία τάση, με ποικιλία μορφών σκληρής και μαλακής ισχύος. Η Τουρκία χτίστηκε στο έδαφος των γενοκτονιών και της εθνοκάθαρσης της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον Αρμενίων, Ασσυρίων και Ρωμιών, οι οποίες συνεχίστηκαν και από το κεμαλικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με σημαντική κορύφωση τη διπλή εθνοκάθαρση/ανταλλαγή πληθυσμών. Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε να εκδηλώνεται σε όλη την ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας, με τον αιματοβαμμένο πόλεμο εναντίον του κουρδικού πληθυσμού, τα καψίματα χωριών και τη μετεγκατάσταση πληθυσμών. Ο πόλεμος αυτός, τα τελευταία χρόνια, έχει επεκταθεί και στη Συρία, ενάντια στην «Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας» (ΑΔΒΑΣ) στο πλαίσιο δημιουργίας μιας ευρύτερης ζώνης επιρροής από την Τουρκία στο όνομα της προστασίας των Σουνιτών Αράβων, οι οποίοι, ταυτόχρονα, σε μεγάλο τους μέρος, συγκεντρώνονται στην Τουρκία ως προσφυγικός πληθυσμός υπεράριθμων προλετάριων που υφίστανται πογκρόμ και κάθε είδους διώξεις. Όπως επίσης, διωγμούς, εκτοπισμούς και βίαιες επιθέσεις έχουν δεχτεί Άραβες, Γιεζίντι και Ασσύριοι και από κουρδικές εθνικιστικές δυνάμεις εντός του ημικρατικού μορφώματος της ΑΔΒΑΣ.

Ένα ακόμη οικείο παράδειγμα είναι η Σερβία, λόγω και της ελληνικής συμμετοχής στη γενοκτονία των Βόσνιων Μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα και της στενής συνεργασίας του ελληνικού κεφαλαίου με το σερβικό του Μιλόσεβιτς, με τρόπο βέβαια που δεν διατάρασσε την παράλληλη συμμαχία της Ελλάδας με τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ, οι οποίες έκαναν για τους δικούς τους ιμπεριαλιστικούς λόγους πόλεμο απέναντι στη Σερβία. Εδώ βλέπουμε και την πρώτη, στην ουσία, επαναφορά του γενοκτονικού πολέμου μεγάλης κλίμακας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εντός της Ευρώπης. Η αιτία ήταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, λόγω κατ’ αρχάς του μεγαλοσερβισμού αλλά και των άλλων εθνικισμών — ιδίως του κροατικού — με την υποδαύλιση, φυσικά, του αμερικανικού και του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Αυτό που συμπεραίνουμε είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, η εθνοκάθαρση είναι μια συνεχής διαδικασία για την εθνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου και, σε κάθε στιγμή, σε περιόδους κρίσης μπορεί να επανέλθει σε νέα, οξυμένη μορφή, επαναφέροντας παλιές αντιθέσεις, αναχαράσσοντας τα σύνορα ή κλιμακώνοντας έναν ήδη υφιστάμενο και συνεχιζόμενο πόλεμο μαζικών σφαγών και εκτοπισμού εδώ και δεκαετίες, όπως στο παράδειγμα του ισραηλινού κράτους απέναντι στον παλαιστινιακό πληθυσμό, που το τελευταίο διάστημα έχει λάβει διαστάσεις γενοκτονίας. Ο μιλιταρισμός και ο πόλεμος είναι τρόποι συσσώρευσης και επιβολής της εξουσίας του κεφαλαίου επί της εργασίας, μέσω της απαξίωσης και της καταστροφής σταθερού αλλά και μεταβλητού κεφαλαίου: των πλεοναζόντων προλετάριων που γίνονται κρέας για κανόνια.

Σήμερα, που το κεφάλαιο βρίσκεται σε περίοδο αναδιάρθρωσης και μεταβαίνει διαρκώς από τη μία κρίση στην άλλη, βλέπουμε τα κράτη να στρατιωτικοποιούν τις οικονομίες τους. Οι πολεμικές βιομηχανίες επιδιώκουν να καλύψουν τα χαμένα κέρδη άλλων βιομηχανικών κλάδων με αύξηση του εμπορίου όπλων, ενώ η επίκληση της εθνικής ασφάλειας και του «εξωτερικού εχθρού» γίνονται το ιδανικό πρόσχημα για τη μείωση του άμεσου και του έμμεσου μισθού με πολλαπλούς τρόπους: από τη σταθερή μείωση των δαπανών για επιδόματα, υγεία και κοινωνικές υπηρεσίες, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μέχρι τις αυξήσεις μισθών που υπολείπονται του πληθωρισμού. Η άνοδος του πληθωρισμού είναι μια από τις βασικές μορφές με τις οποίες εκφράστηκε τα προηγούμενα χρόνια η κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου, όπως άλλωστε και η ανάδυση της πολεμικής οικονομίας, η οποία τον επέτεινε ακόμα περισσότερο. Αφενός, λειτουργεί προς την υποτίμηση της εργασιακής δύναμης, και αφετέρου αποτελεί πεδίο υψηλής κερδοφορίας για τμήματα του κεφαλαίου αλλά και αυξημένων εσόδων για το ίδιο το κράτος μέσω του φορολογικού και προσοδικού μηχανισμού του.

Στην Ελλάδα, το 13ωρο, τα pushbacks και η ποινικοποίηση των μεταναστ(ρι)ών, παράλληλα με την όξυνση του διοικητικού εγκλεισμού τους σε στρατόπεδα, την αυστηροποίηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και την όξυνση της καταστολής των αρνήσεών της, όπως εκφράζεται μέσα από τις μαζικές αιτήσεις για απαλλαγή Ι5 — τα λεγόμενα «τρελόχαρτα» — αποτελούν ήδη μια συνεχή διαδικασία πολεμικής προετοιμασίας, είτε αφορά τη διαμάχη με την Τουρκία για τα θαλάσσια σύνορα είτε πιο μακρινά πολεμικά πεδία για τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου.

Η παγκόσμια κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων, στο έδαφος της κρίσης, της στρατιωτικοποίησης των οικονομιών και της ανόδου μορφών προστατευτισμού, καθώς και μιας νέας «ιμπεριαλιστικής» περιόδου, ξεγυμνώνει σε όλο τον πλανήτη το γενοκτονικό πρόσωπο του κεφαλαίου, με αιχμή τη Γάζα, το Σουδάν, το Κονγκό αλλά και τις εκατόμβες στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Η διάκριση ανάμεσα σε αμάχους και στρατευμένους χρησιμοποιείται από τον κρατικό λόγο για την απαξίωση της ζωής των εκατοντάδων χιλιάδων φαντάρων που πεθαίνουν, λες και έχουν επιλογή.

Η γενοκτονία, λοιπόν, των Παλαιστινίων από το Ισραήλ δεν κλιμακώνεται τώρα λόγω κάποιας μυθικής ιδιαιτερότητας και εξαιρετικότητας του σιωνισμού, όπως ισχυρίζονται οι εθνικιστές που υποστηρίζουν ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, αλλά ως μέρος της κλιμάκωσης των στρατιωτικών αντιπαραθέσεων παγκόσμια και της εντατικοποίησης της εκκαθάρισης πλεοναζόντων πληθυσμών από τα κράτη. Ειδικότερα στο Ισραήλ, εκδηλώνεται αυτό το φαινόμενο ως μόνιμη οικονομική κρίση και φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του ισραηλινού προλεταριάτου, σε μια οικονομία που είναι ήδη στρατιωτικοποιημένη, οπότε το γρήγορο πέρασμα σε μια συνθήκη διαρκούς πολέμου μεγάλης κλίμακας για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι το προσφορότερο μέσο για να αποκατασταθεί το κύκλωμα αναπαραγωγής του κεφαλαίου και να διασφαλιστεί η πολιτική πειθαρχία, αλλά και η κυβερνητική σταθερότητα του ακροδεξιού πολιτικού προσωπικού, που πριν τον γενοκτονικό πόλεμο απειλούνταν από μια πολιτική κρίση, μέσα στην οποία με στρεβλό τρόπο εκδηλωνόταν και μεγάλο μέρος της ταξικής δυσαρέσκειας του πολυεθνικού προλεταριάτου της ισραηλινής κοινωνίας.

Πέρα από τα ειδικά συμφέροντα του ισραηλινού κεφαλαίου, η γενοκτονία των Παλαιστινίων και η απόπειρα εξάλειψης της Χαμάς και των συμμάχων της εντάσσονται στην ευρύτερη στρατηγική του «δυτικού» ιμπεριαλιστικού μπλοκ στη Μέση Ανατολή. Δεν πρόκειται για την εφαρμογή ενός προκαθορισμένου και αμετάβλητου «σχεδίου», αλλά για μια στρατηγική που διαρκώς αναπροσαρμόζεται μέσα στις αντιφάσεις της συγκυρίας, καθώς αναζητείται τρόπος διαχείρισης για την κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου και του οξυμένου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού που αυτή συνεπάγεται σε έναν πολυπολικό κόσμο. Στην παρούσα συγκυρία, η αποδυνάμωση και ελαχιστοποίηση της επιχειρησιακής δυνατότητας της Χεζμπολάχ, ο εξοβελισμός των ιρανικών πολιτοφυλακών από τη Συρία και η απομάκρυνση ενός βασικού εχθρού τους, του Άσαντ και του καθεστώτος του αποτελούν πλευρές της απόπειρας εξάλειψης του περιφερειακού ιμπεριαλιστικού μπλοκ που αποκαλείται «Άξονας της Αντίστασης», η οποία ωστόσο απαιτεί την ανατροπή του καθεστώτος των Ανσάρ Αλλάχ, γνωστών ως Χούθι, στην Υεμένη και την αποσταθεροποίηση του Ιράν. Στόχος δεν είναι μόνο η αποκατάσταση της ασφάλειας των εμπορικών δρόμων και της απρόσκοπτης κυκλοφορίας του κεφαλαίου που έχει διαταραχτεί σοβαρά από τις επιθέσεις των Χούθι στα εμπορικά πλοία που διέρχονται από το εξαιρετικά στρατηγικής σημασίας Στενό του Μπαμπ Αλ-Μαντέμπ, πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου. Βασικό επίδικο είναι η εγκαθίδρυση μιας περιφερειακής τάξης πραγμάτων που θα εξασφαλίζει την πρωτοκαθεδρία του «δυτικού» ιμπεριαλιστικού μπλοκ σε έναν κατακερματισμένο και ολοένα πιο ανταγωνιστικό καπιταλιστικό κόσμο, έναντι της απειλής από την πλευρά του «ευρασιατικού» μπλοκ.

Σαφώς, βέβαια, το Ισραήλ ως περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη δεν δουλεύει μόνο με τις ΗΠΑ. Διατηρεί προνομιακές σχέσεις και με τη Ρωσία, η οποία θέλει κι αυτή την αποδυνάμωση του Ιράν, ώστε αυτό να καταστεί πιο εξαρτημένο από αυτήν, αλλά και να ενισχύσει συνολικά την επιρροή της ως διαμεσολαβητής και δύναμη εμπιστοσύνης μεταξύ των δυσαρεστημένων από το «δυτικό μπλοκ», όπως κάνει και στη Βόρεια Αφρική. Δηλαδή φιλοδοξεί να πάρει μερίδιο από τη νέα πίτα που θα διαμορφωθεί στο πλαίσιο ενός πολυπολικού ιμπεριαλισμού και, βέβαια, ανταγωνιστικά με τις ΗΠΑ. Το Ισραήλ επίσης διατηρεί προνομιακή συνεργασία με την Κίνα, με ανταλλαγές στρατιωτικής τεχνολογίας αλλά και εξασφαλίζοντάς της πρόσβαση σε λιμάνια που ελέγχει. Με την Κίνα το δένει το κοινό συμφέρον της αποδυνάμωσης των αναθεωρητικών σουνιτικών πολιτικών δυνάμεων, όπως είναι και η Χαμάς και ο παντουρκισμός, καθώς και η ίδια αντιμετωπίζει τον Ουιγουρικό ισλαμικό εθνικισμό στην επαρχία Σινγιάνγκ και απαντά με μια επίσης γενοκτονική πολιτική που αντλεί «μαθήματα» από τη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Άλλωστε, ο ανταγωνισμός μεταξύ καπιταλιστικών κρατών και ιμπεριαλιστικών μπλοκ δεν αναιρεί την οικονομική, πολιτική ή ακόμα και στρατιωτική συνεργασία μεταξύ τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ ενίσχυαν στρατιωτικά τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ τη δεκαετία του 1980, ενώ το Ισραήλ συνέχιζε να πουλά όπλα στο Ιράν ακόμα και μετά την άνοδο του Χομεϊνί στην εξουσία, μέχρι και το 1987.

Επίσης, για να πάμε και στα καθ’ ημάς, σημαντική είναι και η «λυκοσυμμαχία» με την Ελλάδα, που επιδιώκει, μέσα από τη στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ, τον υποσκελισμό της Τουρκίας, την ικανοποίηση των ιμπεριαλιστικών της σχεδίων για τη μεγάλη ΑΟΖ που ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο και την απόκτηση ισχυρότερης θέσης στους παγκόσμιους εμπορικούς δρόμους.

 

Οι Παλαιστίνιοι της Γάζας ως πλεονάζον προλεταριάτο, οι εποικισμοί και οι πολλαπλές όψεις του αντιπαλαιστινιακού ρατσισμού

Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, το κράτος του Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα αποκτώντας πρόσβαση στην εκμετάλλευση του παλαιστινιακού εργατικού δυναμικού, με όρους ιεραρχίας, αποκλεισμού και εκτοπισμού αλλά και μερικής ενσωμάτωσης και αντιπροσώπευσης. Οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίστηκαν ως εργάτες με περιορισμένα έως και καθόλου δικαιώματα, η εκμετάλλευση των οποίων χτίστηκε πάνω στην εργασιακή τους επισφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να διατηρηθεί η κερδοφορία του ισραηλινού κεφαλαίου παρακάμπτοντας προσωρινά την πίεση που δέχονταν από το ισχυρό οργανωμένο εβραϊκό εργατικό κίνημα. Η κατοχή λοιπόν δεν ήταν αμιγώς στρατιωτική, αλλά αποτέλεσε εργαλείο αναδιάρθρωσης της ισραηλινής καπιταλιστικής παραγωγής. Πάνω σε αυτή τη λογική, η εποικιστική πολιτική απέκτησε τη δική της δυναμική από το ισραηλινό κράτος και κεφάλαιο, επεκτείνοντας τους εποικισμούς ως «δημόσια έργα» και επενδύοντας σε στρατιωτικές και οικιστικές υποδομές. Η παραπάνω διαδικασία ανανέωσε την καπιταλιστική συσσώρευση, καθώς τόσο ο στρατός όσο και οι έποικοι αύξησαν τη ζήτηση για εργασία, κατασκευές και παροχή υπηρεσιών. Ωφελημένοι βγήκαν και οι μεγαλοεργολάβοι, καθώς ήταν αυτοί που ανέλαβαν την πραγματοποίηση των παραπάνω.

Οι εποικισμοί στη Δυτική Όχθη αποτέλεσαν επίσης ένα μέσο άμβλυνσης του ταξικού ανταγωνισμού εντός του Ισραήλ, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι των εποίκων δεν ήταν φανατικοί θρησκευόμενοι, αλλά φτωχοί και περιθωριοποιημένοι Ισραηλινοί που δυσκολεύονταν να επιβιώσουν στα αστικά κέντρα. Τα κίνητρα ήταν τόσο οικονομικά όσο και ιδεολογικά. Από τη μία, οι φτηνές στέγες στις εποικισμένες περιοχές, οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές καθώς και η εύρεση εργασίας μέσω των κρατικών έργων στις περιοχές αυτές αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για μετακίνηση. Από την άλλη, η υπόσχεση της «κοινωνικής ανόδου» και της απόκτησης κάποιας «ιδιοκτησίας» συμπλήρωνε με ιδεολογικό τρόπο το οικονομικό σκέλος. Με αυτόν τον τρόπο αποσπάστηκε σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική συναίνεση των εποίκων στα όσα διαδραματίζονταν, μετατρέποντάς τους σε ζωντανές ασπίδες του ισραηλινού κράτους απέναντι στους εκμεταλλευόμενους Παλαιστινίους.

Τη δεκαετία του 1980 σχεδόν 45% του πληθυσμού της Γάζας εργαζόταν στο Ισραήλ σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας χωρίς εργασιακά δικαιώματα. Στερείτο πλήρως της προστασίας που είχε παραχωρηθεί στην ισραηλινή εργατική τάξη και είχε το καθεστώς του εφεδρικού στρατού φτηνής εργασιακής δύναμης. Μέσα στη δεκαετία του 1990 οι Παλαιστίνιοι εργάτες άρχισαν όλο και περισσότερο να αντικαθίστανται από μετανάστες από την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Ρουμανία, που αποτελούν το πιο υποτιμημένο σήμερα κομμάτι της εργασιακής δύναμης στο Ισραήλ καθώς συχνά  αμείβονται χαμηλότερα και από τους Παλαιστίνιους. Από το 2007 με τον πλήρη αποκλεισμό της Γάζας από το Ισραήλ και την Αίγυπτο, και την εφαρμογή ενός καθεστώτος πολιορκίας, και μέχρι την 7η Οκτωβρίου του 2023 ο αριθμός των κατοίκων της Γάζας που εργάζονταν στο Ισραήλ περιορίστηκε σε μόλις 3,5% του εργαζόμενου πληθυσμού. Η ίδια η οικονομία της Γάζας υπέστη τεράστιο πλήγμα, εφόσον εισαγωγές και εξαγωγές μπορούσαν να γίνονται μόνο παράνομα μέσω των τούνελ στα σύνορα με την Αίγυπτο με αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας να ανέρχεται σε περίπου 50% και σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Γάζας να εξαρτάται αποκλειστικά για την επιβίωσή του από τα προγράμματα «ανθρωπιστικής» βοήθειας. Είναι σαφές ότι πρόκειται για ένα απολύτως αναλώσιμο, πλεονάζον προλεταριάτο τόσο ως προς την ισραηλινή οικονομία όσο και από τη σκοπιά της επιβολής της «εθνικής καθαρότητας» στην περιοχή. Σε αυτή τη βάση έχει αναπτυχθεί ένας ακραίος ρατσισμός εναντίον του παλαιστινιακού πληθυσμού της Γάζας εντός της ισραηλινής κοινωνίας που φτάνει στην απανθρωποποίηση. Οι Παλαιστίνιοι χαρακτηρίζονται «ανθρώπινα κτήνη» ενώ ακόμα και ο πρόεδρος του Ισραήλ που προέρχεται από το Εργατικό Κόμμα είπε ότι στη Γάζα «δεν υπάρχουν αθώοι». Αυτή η εθνικιστική κρατική ιδεολογία εξυπηρετεί επιπλέον τη νομιμοποίηση της σφαγής και του πολέμου στην ισραηλινή κοινωνία, χτίζει το αμυντικό αφήγημα που χρειάζεται το κράτος του Ισραήλ για να δικαιολογήσει μια πολεμική επίθεση στην Γάζα και εκφράζει τις εδαφικές βλέψεις του ισραηλινού επεκτατισμού.

Ωστόσο, αντιπαλαιστινιακός ρατσισμός υπάρχει και σε πολλές αραβικές χώρες. Δεδομένου ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στη μεγάλη τους πλειοψηφία έμειναν χωρίς χαρτιά και παρέμειναν απάτριδες στα γειτονικά αραβικά κράτη, όντας συχνά αποκλεισμένοι εντός των προσφυγικών καταυλισμών και χωρίς να διαθέτουν καμία ελευθερία μετακίνησης, αντιμετωπίζονται εκεί ως παρείσακτοι, ως βάρος για την τοπική οικονομία και ως «ξένο σώμα» απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό, όπως άλλωστε συμβαίνει σήμερα στους πρόσφυγες σε ολόκληρο τον κόσμο, λειτουργώντας ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τα κοινωνικά δεινά. Επιπλέον, θεωρούνται δύναμη αποσταθεροποίησης, καθώς η μερίδα του παλαιστινιακού προσφυγικού πληθυσμού που οργανώθηκε και ριζοσπαστικοποιήθηκε πολιτικά ενεπλάκη σε ένοπλες συγκρούσεις με τις δυνάμεις της τάξης (κατά τον «Μαύρο Σεπτέμβρη» στην Ιορδανία), συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου και στήριξε το Ιράκ κατά την εισβολή στο Κουβέιτ (με αποτέλεσμα τον καθολικό εκτοπισμό 300 έως 400 χιλιάδων Παλαιστινίων από το Κουβέιτ μετά το 1991 και την επιβολή αυστηρών περιορισμών στη μετανάστευση στα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου). Οι Παλαιστίνιοι προλετάριοι αντιμετωπίστηκαν εξαρχής και εν συνόλω ως πιόνια και όχι ως άνθρωποι στη διπλωματική και στρατιωτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής από τη μεριά των αραβικών κρατών.

Στην Ευρώπη και, ευρύτερα, στον «δυτικό» κόσμο έχει τα τελευταία χρόνια ενισχυθεί ο αντιπαλαιστινιακός ρατσισμός, ως εκδοχή του ευρύτερου ρατσισμού εναντίον των μουσουλμάνων, που τα τελευταία χρόνια προωθούν συστηματικά τόσο οι ακροδεξιές θεωρίες περί «μεγάλης αντικατάστασης» όσο και ο ηθικός πανικός που καλλιεργείται συνολικά από τις κυβερνήσεις –σοσιαλδημοκρατικές και δεξιές– απέναντι στην είσοδο μουσουλμάνων μεταναστών και προσφύγων. Έτσι, η δυσαρέσκεια για το επιδεινούμενο βιοτικό επίπεδο καναλιζάρεται προς τα πιο αδύναμα και περιθωριοποιημένα κομμάτια της τάξης μας προκειμένου η οργή να στραφεί μακριά από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Το Ισραήλ προβάλλεται σε αυτές τις άθλιες ρατσιστικές αφηγήσεις ως προμαχώνας του «δυτικού πολιτισμού» έναντι της «ισλαμικής βαρβαρότητας». Φαίνεται παράδοξο διότι η ακροδεξιά ρητορική που αποδίδει στην «ελίτ της παγκοσμιοποίησης» τα σχέδια περί της «αντικατάστασης του πληθυσμού» είναι ταυτοχρόνως δομικά αντισημιτική. Από την άλλη μεριά, η αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους που έχει επίσης ενισχυθεί εντός των πιο προοδευτικών κοινωνικών κομματιών, συχνά δεν έχει ένα ταξικό περιεχόμενο αλλά αρθρώνεται στη βάση μιας αντιδραστικής εν τέλει μυθολογίας περί του επαναστατικού χαρακτήρα της δράσης της Χαμάς και των συνεργαζόμενων με αυτήν οργανώσεων, που στην πραγματικότητα εκφράζουν εθνικιστικές και καπιταλιστικές πολιτικές καταπίεσης συχνά σε στενή σύνδεση με μια κρατική θρησκευτική ιδεολογία. Είδαμε ότι αυτή η θέση εξελίχθηκε ακόμα παραπέρα με την ανοιχτή στήριξη κρατών όπως το Ιράν και η Ρωσία, δηλαδή τη στήριξη ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Όσον αφορά τη Χαμάς δεν τίθεται αμφιβολία ότι αποτελεί το πολιτικό προσωπικό μιας μερίδας της άρχουσας τάξης των Παλαιστινίων που ασκούσε εξουσία στη Γάζα. Ως τέτοια, συμμετείχε στην εκμετάλλευση των Παλαιστίνιων προλετάριων τόσο ως εργασιακής δύναμης –μέσω της επιβολής φόρων και δασμών στο εμπόριο που πραγματοποιείτο μέσω των τούνελ– όσο και μέσω της άντλησης προσόδων από τη διαχείριση της «ανθρωπιστικής βοήθειας» για τη σίτιση του πληθυσμού και της οικονομικής ενίσχυσης από το Ιράν και το Κατάρ. Η Χαμάς και οι συνεργαζόμενες οργανώσεις έχουν το μονοπώλιο της βίας και των όπλων σε αντίθεση με οποιοδήποτε είδος ταξικής επαναστατικής βίας. Αντιθέτως, ο πληθυσμός της Γάζας είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία στην κατάσταση του απολύτως αναλώσιμου πλεονάζοντος προλεταριάτου, δηλαδή κρέας για τα κανονιά.

 

Η Χαμάς και η παγίδα του «αντι-ιμπεριαλιστικού» στρατοπεδισμού

Σε αυτή τη βάση, η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς και τις συνεργαζόμενες με αυτήν οργανώσεις στο Ισραήλ ήταν μια πολεμική ενέργεια της μέχρι πρότινος ντε φάκτο κρατικής εξουσίας στη Γάζα. Δεν ήταν αντιστασιακή ενέργεια κάποιου κινήματος, ούτε είχε προλεταριακό ή επαναστατικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί να αποτελεί πρότυπο και πυξίδα των προλεταριακών αγώνων. Στόχος της ήταν πρωτίστως να ανατρέψει το σκηνικό που διαμορφωνόταν από τις Συμφωνίες του Αβραάμ και να μεταβάλει τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή. Δευτερευόντως, εξυπηρέτησε προσωρινά την επίλυση εσωτερικών ζητημάτων νομιμοποίησης της εξουσίας της Χαμάς στη Γάζα – όπως έδειξαν οι πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις εναντίον της. Εκ του αποτελέσματος, δηλαδή της συντριπτικά απάνθρωπης απάντησης του κράτους του Ισραήλ, η επίθεση δεν υπηρέτησε –ούτε και θα μπορούσε άλλωστε– τα συμφέροντα και τις ανάγκες του παλαιστινιακού πληθυσμού, που ήδη ζούσε σε συνθήκες απαρτχάιντ και εκτοπισμού από το ισραηλινό κράτος. Στόχευσε και αυτή εξίσου στρατιωτικούς και μη στρατιωτικούς στόχους, και επιχείρησε να τρομοκρατήσει τον αντίπαλο πληθυσμό, όπως κάθε κρατική στρατιωτική ενέργεια, παρότι σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Ωστόσο, η λογιστική των πτωμάτων και η σύγκριση των σφαγών είναι ξένη προς κάθε προλεταριακή σκοπιά. Η συντριπτική πλειοψηφία των νεκρών του καπιταλιστικού πολέμου είναι δικοί μας νεκροί.

Το γεγονός ότι η Χαμάς δεν ασκούσε εξουσία εντός ενός ολοκληρωμένου, ανεξάρτητου έθνους-κράτους δεν διαφοροποιεί το περιεχόμενο της δράσης της. Εξάλλου, ο ίδιος ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να σημαίνει τίποτα άλλο παρά τη δημιουργία ενός καπιταλιστικού κράτους, με τη βοήθεια και την έγκριση άλλων κρατών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το οποίο θα ενταχθεί στην ιεραρχία του διεθνούς συστήματος κρατών και στην καπιταλιστική διεθνή αγορά. Αυτό καθιστά αδύνατο να αποτελέσουν απειλή για τη διεθνή καπιταλιστική τάξη τα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα. Η χειραφέτηση δεν είναι εθνικό αλλά ταξικό ζήτημα και απαιτεί για τη λύση του τον συνδυασμένο και ταυτόχρονο αγώνα του προλεταριάτου ενάντια σε κεφάλαιο και κράτη σε διεθνές επίπεδο. Όπως ακριβώς το αίτημα της ισότητας μεταξύ των τάξεων είναι μια φενάκη χωρίς νόημα εντός ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού έτσι και η ισότητα μεταξύ των εθνών είναι μια φενάκη χωρίς νόημα εντός του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος εθνών-κρατών. Το μόνο ορθολογικό περιεχόμενο που μπορεί να αποκτήσει το αίτημα της ισότητας και της χειραφέτησης είναι η κατάργηση των ταξικών και εθνικών διαχωρισμών. Διαφορετικά, η εκμετάλλευση και η καταπίεση δεν καταργούνται αλλά επαναφέρονται εντός ενός νέου πλαισίου, όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία σε όλα τα εθνικά κράτη που απελευθερώθηκαν από τις αυτοκρατορίες ή την αποικιοκρατία.

Για αυτό και το συνειδητοποιημένο προλεταριακό ταξικό κίνημα δεν θέτει ποτέ αίτημα «δημιουργίας νέων κρατών». Δεν ζητάει «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» ή «Λευτεριά στο Κουρδιστάν» και δεν κατεβαίνει με εθνικές σημαίες. Άλλωστε η αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους είναι ήδη υπόθεση της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων, δηλαδή των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών ένα σωρό κρατών και των ηγετών τους παγκόσμια, από τον Μακρόν ως τον Σι Τζίνπινγκ.

Η ενίσχυση της Χαμάς στην Παλαιστίνη, του θρησκευτικού σιωνισμού στο Ισραήλ, του ινδουιστικού αυταρχικού καστισμού στην Ινδία, του προτεσταντικού ευαγγελικού φονταμενταλισμού και του αμερικανικού εξαιρετισμού2 στις ΗΠΑ είναι κομμάτι μιας ευρύτερης ανόδου ενός ορθολογικά οργανωμένου ανορθολογισμού, ενός νεορομαντισμού που αντιστοιχεί ιδεολογικά ακριβώς στην πολεμική προετοιμασία και στη στροφή των κρατών στον προστατευτικό μιλιταρισμό, εδραιώνοντας παγκόσμια την ηγεμονία μεταφασιστικών ρευμάτων εντός της πολιτικής μορφής της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Ο νεορομαντισμός αφορά ακριβώς τη σύνδεση ενός αντιδραστικού υποκειμενικού ιδεαλισμού με την αντιδραστική τεχνοκρατία, όπου πλέον η τεχνολογία και ο στρατός ερμηνεύονται σαν εξωτερίκευση της μεταφυσικής δύναμης της φυλής, του έθνους, της θρησκευτικής κοινότητας.

Η alt-right και η μιμιδιακή3 κουλτούρα ενσωματώνουν και διαδίδουν κάθε είδους νεοαρχαϊσμό και προσηλυτίζουν μεγάλες μερίδες του πληθυσμού σε αυτά τα αντιδραστικά cult4 μέσω των κοινωνικών δικτύων και της τεχνητής νοημοσύνης. Η ορθολογικά οργανωμένη ανορθολογικότητα του νεορομαντισμού σχετίζεται ακριβώς με το φαινόμενο ότι βλέπουμε να αναβιώνουν σε high-tech περιβάλλον επιταχυντισμού οι πιο ακραίες θεωρίες συνομωσίας, ψευδοβιολογικές φυλετικές θεωρίες και πατριαρχικοί μύθοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που είδαμε με μεγάλη οξύτητα στους φασισμούς και τον ναζισμό του Μεσοπολέμου, και το οποίο επανεμφανίζεται σήμερα, ως φάρσα μεν, αλλά μια εξαιρετικά επικίνδυνη φάρσα. Πρόκειται για μια φάρσα που προωθεί από τα κάτω τη μιλιταριστική ιδεολογία, την ταύτιση των υπηκόων με την ισχύ του κράτους τους και τη θυσία, όχι μόνο του μάχιμου αλλά και του άμαχου πληθυσμού, ως κρέας για τα κανόνια. Σε έναν πόλεμο που, της τελευταίες δεκαετίες, γίνεται όλο και πιο ολοκληρωτικός, ισοπεδώνοντας πόλεις και οικισμούς, εξοντώνοντας τους κατοίκους τους. Αυτή η τομή ξεκινά με το Γκρόζνι, στον γενοκτονικό πόλεμο της Ρωσίας κατά των Τσετσένων το 1999-2000, και κορυφώνεται σήμερα στη γενοκτονία των Παλαιστινίων της Γάζας.

Να προτάξουμε τον προλεταριακό διεθνισμό, να οξύνουμε τον ταξικό πόλεμο

Από τη δική μας διεθνιστική, προλεταριακή σκοπιά στόχος πρέπει να είναι η ανάπτυξη των ταξικών αγώνων ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο σε κάθε περιοχή του πλανήτη. Αγώνες που εμπεριέχουν ως αναπόσπαστο στοιχείο τους την εναντίωση στην πολεμική σφαγή, την απαξίωση και την πειθάρχηση του προλεταριάτου. Αν ο καπιταλιστικός πόλεμος και η γενοκτονία είναι το αποκορύφωμα της επίθεσης του κεφαλαίου στο προλεταριάτο, σε βαθμό που εξαλείφει τη φυσική του ύπαρξη, η ισχυρότερη κριτική σε αυτόν είναι η ριζοσπαστική ανάπτυξη των ταξικών αγώνων μέχρι αυτοί να λάβουν την ανοιχτή μορφή του πολέμου τάξης εναντίον τάξης, του αγώνα ενάντια στη μισθωτή εργασία και την κοινωνία του εμπορεύματος και του θεάματος και του σαμποτάζ σε κάθε κρατικό στρατό. Μια τέτοια κατεύθυνση βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με ένα «αντιπολεμικό κίνημα» που παραμένει διαχωρισμένο από τον συνολικό αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος. Ένα κίνημα που συχνά περιορίζεται στο επίπεδο μιας ακόμα καμπάνιας, το οποίο δεν αναφέρεται στην προλεταριακή διεθνιστική αλληλεγγύη, αλλά σε μια θολή «διεθνιστική» έννοια «αλληλεγγύης μεταξύ των λαών», η οποία, στην καλή περίπτωση έχει ανθρωπιστικό χαρακτήρα και στη χειρότερη καταλήγει σε στήριξη ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύουμε τις κινητοποιήσεις ενάντια στον εφοδιασμό της ισραηλινής και κάθε άλλης πολεμικής μηχανής, στα λιμάνια, τους σιδηροδρόμους και οπουδήποτε αλλού και προωθούμε εντός τους τις ταξικές, διεθνιστικές θέσεις ώστε να απωλέσουν τον συμβολικό-θεαματικό χαρακτήρα που συχνά αποκτούν στα πλαίσια του αριστερίστικου ακτιβισμού, ο οποίος τις βλέπει ως μια ακόμη καμπάνια. Τα καλέσματα των σωματείων των εργαζομένων του λιμανιού του Πειραιά, της Γένοβας5 και των ναυτεργατών ενάντια στη μεταφορά στρατιωτικών φορτίων, ανεξάρτητα από το αν η ιδεολογία των διοργανωτών αναπαράγει αριστερά πατριωτικά και «στρατοπεδικά» στοιχεία, ως περιεχόμενο είναι μια εξαιρετική πράξη σαμποτάζ στον κρατικό πόλεμο. Ειδικά τα σωματεία της Γένοβας με τον ταξικό διεθνιστικό τους λόγο, δείχνουν τον δρόμο.

Επίσης, στηρίζουμε τις κινητοποιήσεις ενάντια στα στρατιωτικά ερευνητικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από πανεπιστήμια, καθώς πρόκειται για πολιτικές πρακτικές που συμβάλλουν στο σαμποτάζ των κρατικών στρατών, ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε πλήρως με τον λόγο όλων των σωματείων και των ομάδων που εμπλέκονται σε αυτές. Σαφώς είναι πρόβλημα όταν κάποιοι συμμετέχοντες εναντιώνονται επιλεκτικά σε κάποιους στρατούς και στηρίζουν κάποιους άλλους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι λόγος να μην στηρίζουμε το σαμποτάζ αυτών των στρατιωτικών οργανισμών. Αντίθετα είναι λόγος να επιχειρούμε την επέκταση της κριτικής και της δράσης ενάντια σε όλους τους στρατούς, όποτε υπάρχει η δυνατότητα, ή και να αναδεικνύουμε τις φωνές εκείνων που το κάνουν. Ταυτόχρονα, επειδή, όπως έλεγε ο διεθνιστής κομμουνιστής Καρλ Λίμπκνεχτ, «ο εχθρός είναι πρώτα στην ίδια μας τη χώρα», δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στο σαμποτάζ ερευνών που ενισχύουν το σημαντικότερο εργαλείο ελέγχου και καταστολής του πολυεθνικού προλεταριάτου στον τόπο που ζούμε, που δεν είναι άλλος από τον ελληνικό στρατό, την ελληνική αστυνομία και την ελληνική συνοριοφυλακή. Η ακύρωση κάθε έρευνας που αφορά την ενίσχυση αυτών των μηχανισμών αποτελεί σημαντικό πεδίο αγώνα μας.

Παράλληλα, ασκούμε καθολική και συνολική κριτική σε όλα τα κράτη και σε όλους τους εθνικισμούς. Η απάντηση στον πόλεμο των αφεντικών δεν είναι η διαχείρισή του ή η διαμεσολάβηση υπέρ της «ειρήνης», αλλά ο ταξικός πόλεμος. Γιατί τόσο η «ειρήνευση» όσο και οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των εθνικών κρατών αποτελούν πτυχές της ίδιας επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην παγκόσμια εργατική τάξη, στο πλαίσιο της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν προτιμούμε την ειρήνη από τον πόλεμο, αλλά γνωρίζουμε πως κάθε ειρήνη μεταξύ των κρατών και των αφεντικών δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσωρινή συμφωνία ανακωχής, που εξυπηρετεί τη συνέχιση του ταξικού πολέμου, είτε με μέσα «μαλακής ισχύος», είτε με μέσα καταναγκαστικά και στρατιωτικά. Γιατί η συσσώρευση κεφαλαίου εμπεριέχει εγγενώς τον διακρατικό ανταγωνισμό, τις νέες κρίσεις και τον ολοκληρωτικό πόλεμο. Αν σταματήσουν να πέφτουν οι βόμβες σε ένα μέρος, μετά από λίγο θα ξαναπέσουν είτε στο ίδιο μέρος, είτε λίγο παραπέρα. Αν σταματήσει μια γενοκτονία σε βάρος ενός πληθυσμού, θα συνεχιστεί εναντίον κάποιου άλλου ή θα στραφεί εναντίον ενός διαφορετικού τμήματος των εκμεταλλευόμενων. Η ταξική μας συνείδηση μας οδηγεί στην επίγνωση ότι το τέλος του πολέμου και των γενοκτονιών δεν θα έρθει μέσω «ειρηνικών διακανονισμών», αλλά μόνο μέσα από το τέλος της καπιταλιστικής κυριαρχίας και όλων των διαχωριστικών της εκφάνσεων, του κράτους, της έμφυλης καταπίεσης και του εθνικισμού.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε πως ο στρατοπεδισμός έχει μετατραπεί, πέρα από μέσο κανονικοποίησης εθνικιστικών και κρατικών δυνάμεων μέσα στο εργατικό και αντιεξουσιαστικό κίνημα, και σε εργαλείο προπαγάνδας του μικρού και του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου. Συχνά, αφεντικά και επιχειρήσεις αξιοποιούν παλαιστινιακές (ιδιαίτερα έντονα το τελευταίο διάστημα λόγω της εργαλειοποίησης της γενοκτονίας), ουκρανικές, ρωσικές ή και ισραηλινές σημαίες (όπως συμβαίνει ιδίως στη Γερμανία, όπου υπάρχουν αριστερά φιλοϊσραηλινά ρεύματα), ανάλογα με τα συμφέροντά τους ή το target group στο οποίο απευθύνονται. Έτσι, προωθούν το θέαμα μιας επιλεκτικής κοινωνικής ευαισθησίας, διαμορφωμένο πάνω στις ιδεολογικές προσδοκίες των καταναλωτών, προκειμένου να πουλήσουν μια «αριστερή» ταυτότητα μαζί με τα προϊόντα τους, συγκαλύπτοντας τον εκμεταλλευτικό τους ρόλο και, πολλές φορές, την ταξική βία που έχουν ασκήσει στους εργαζόμενούς/ές τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση μετατοπίζεται βολικά: από την ταξική αλληλεγγύη και την οργάνωση των εργαζομένων απέναντι στο κεφάλαιο, στη στήριξη ή την απόρριψη κάποιου καπιταλιστή με βάση τη στάση του απέναντι σε ένα κρατικό στρατόπεδο.

Προωθούμε την αλληλεγγύη στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στο Ισραήλ, ειδικά προς εκείνες τις τάσεις που έχουν ριζοσπαστικό, διεθνιστικό περιεχόμενο, καθώς τις θεωρούμε βασικό κομμάτι της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Η πρόσφατη γενική απεργία με αντιπολεμικό χαρακτήρα, με τη συμμετοχή 1.000.000 διαδηλωτών, αποτελεί ένα γεγονός καθόλου αμελητέο μέσα σε μια κοινωνία στην οποία σημαντικό μέρος έχει ενσωματωθεί στον μιλιταριστικό εθνικό κορμό και στο κρατικό δόγμα άμυνας και ασφάλειας. Αντιθέτως, πρόκειται για μια μαζική κινητοποίηση που αναδεικνύει τη δυναμική της εσωτερικής πολιτικής κρίσης στο εσωτερικό του ισραηλινού κοινωνικού σχηματισμού – κρίση την οποία το κράτος επιχειρεί να συγκαλύψει μέσω του πολέμου, αλλά που φαίνεται να συναντά όρια, χωρίς να είναι ακόμα σαφές πού θα καταλήξει. Ακόμα και αν η πλατφόρμα της απεργίας δεν ξεπέρασε πλήρως τα όρια της σοσιαλπατριωτικής ρητορικής – λόγω της ρεφορμιστικής ηγεμονίας εντός του κινήματος – η μαζικότητα της διαδήλωσης και της απεργίας μέσα σε συνθήκες επιθετικού πολέμου δείχνει μια έντονη κοινωνική και πολιτική πόλωση στο Ισραήλ. Σημαντική ένδειξη αυτής της κρίσης είναι επίσης το γεγονός ότι 100.000 έφεδροι αγνοούν τις κλήσεις κατάταξης, ενώ 350 εξ αυτών δήλωσαν δημόσια την άρνησή τους να στρατευθούν. Η μαζική αυτή άρνηση συμμετοχής στο στρατιωτικό σώμα φανερώνει ρωγμές στη συναίνεση και κρίση νομιμοποίησης στην ίδια τη στρατιωτική και εθνικιστική αναπαραγωγή του ισραηλινού κράτους.

Από τη δική μας σκοπιά, δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σε κινητοποιήσεις που έχουν καθαρά στρατοπεδικό χαρακτήρα, δηλαδή που τάσσονται ανοικτά υπέρ ενός ιμπεριαλιστικού μπλοκ ενάντια σε κάποιο άλλο. Διαφοροποιούμαστε από κινήσεις που στοχοποιούν μόνο μερικά κράτη ή κεφάλαια όπως το BDS στοχοποιεί αποκλειστικά το Ισραήλ ή όπως διάφοροι ευρωενωσιακοί φιλελεύθεροι οργανισμοί αποκλειστικά τη Ρωσία. Δεν μας αντιπροσωπεύουν αφηγήσεις που εξισώνουν συνολικά τους πληθυσμούς με τα κράτη ή τις ηγεσίες τους. Τέτοιες θέσεις τείνουν να προσωποποιούν σε συγκεκριμένες ομάδες το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, όπως για παράδειγμα οι κινητοποιήσεις ενάντια στους τουρίστες και στα κρουαζιερόπλοια. Το περιεχόμενο της πολιτικής μας κριτικής και δράσης καθορίζεται από την ανάγκη να ενισχυθεί η πραγματικά αντιπολεμική, ταξική, διεθνιστική κατεύθυνση ως η μόνη ρεαλιστική διέξοδος απέναντι στην κλιμακούμενη καπιταλιστική πολεμική σύγκρουση. Και χρησιμοποιούμε τον όρο «πραγματικά» ακριβώς γιατί ορισμένοι, με τρόπο οργουελιανό, οικειοποιούνται τον λόγο της «διεθνιστικής» και «αντιπολεμικής» αλληλεγγύης, την ώρα που στηρίζουν ανοιχτά τον εθνικισμό και παίρνουν θέση υπέρ του ενός ή του άλλου στρατοπέδου του καπιταλιστικού πολέμου.

Στηρίζουμε τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην άρνηση της στρατιωτικής θητείας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο Ισραήλ και οπουδήποτε αλλού. Υπερασπιζόμαστε την άρνηση συμμετοχής στον πόλεμο, όχι μόνο ως πράξη συνείδησης, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα ενάντια στην άνοδο της μιλιταριστικής ιδεολογίας που εδραιώνεται στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης.

Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνουμε τη σχετικά μακροσκελή εισήγησή μας και ελπίζουμε να γίνει μια ενδιαφέρουσα και παραγωγική συζήτηση.

 

Σημειώσεις

1 Το ΝΟΦ ήταν μια εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση Σλαβομακεδόνων, που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και πολέμησε ως τμήμα του ΔΣΕ.

2 Ο αμερικανικός εξαιρετισμός είναι η εθνικιστική ιδεολογία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατέχουν ένα μοναδικό ρόλο στον κόσμο, λόγω της «ιδιαιτερότητας» της ιστορίας, του πολιτικού συστήματος και των αξιών τους.

3 Αναφορά στην κουλτούρα των διαδικτυακών memes και στην εκτεταμένη χρήση τους από την ακροδεξιά προπαγάνδα.

4 Κοινότητα που συγκροτεί μια ισχυρή ενδοομαδική υπεροχή στη βάση ενός συνδυασμού λατρείας προσωπικοτήτων και ιδιόρρυθμων αντιλήψεων.

5 Ενδεικτικά αναφέρουμε την αφίσα του σωματείου FIOM Γένοβας σε πρόσφατη απεργία για τη Γάζα:

Μπροστά στη σφαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γάζα, δεν μπορούμε να μείνουμε αδιάφοροι. Για αυτό:

  • Ενάντια στη γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας
  • Ενάντια σε όλους τους πολέμους του ιμπεριαλισμού
  • Ενάντια στην αυξανόμενη κούρσα εξοπλισμών και σε ένα κλίμα πολέμου που πλέον εξαπλώνεται παντού
  • Για την ενότητα των Παλαιστίνιων, Ισραηλινών, Αράβων και Ευρωπαίων εργαζομένων

Η FIOM Γένοβας κηρύσσει ΟΚΤΩ ΩΡΕΣ ΑΠΕΡΓΙΑ

Προκήρυξη για την απεργία της 01/10/2025

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΕΞΑΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η επίθεση που δεχόμαστε είναι συνολική και διαρκής. Τα τελευταία 15 χρόνια, η εργασιακή μας δύναμη έχει απαξιωθεί πλήρως: ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός είναι 32,8% χαμηλότερος σε σχέση με το 2009, 1 στους 3 από εμάς αμείβεται με λιγότερα από τον κατώτατο μισθό και 1 στους 3 αναγκάζεται να δίνει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για ενοίκιο. Η αποκατάσταση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου περνάει από την ακόμα μεγαλύτερη μείωση των μισθών, την επέκταση του εργάσιμου χρόνου και τη συνολική επιδείνωση των όρων της ζωής και της εργασίας μας.

Αυτή η πραγματικότητα έχει οδηγήσει ένα τεράστιο κομμάτι της εργατικής τάξης να δουλεύει όλο και περισσότερες ώρες για να μπορέσει να επιβιώσει – συχνά κατά παράβαση ακόμα και των πενιχρών περιορισμών της απληστίας των καπιταλιστών για υπερεργασία, που προβλέπει το εδώ και χρόνια κουτσουρεμένο εργατικό δίκαιο. Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο με την καθιέρωση του 13ώρου, τη γενικευμένη «διευθέτηση» του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση που φέρνει ουσιαστικά την κατάργηση των υπερωριών, την καθιέρωση υπερωριών ακόμα και στην εκ περιτροπής εργασία, τη δυνατότητα συμβάσεων εργασίας δύο ημερών(!) και την κατάργηση της ενιαίας άδειας διακοπών, έρχεται να κανονικοποιήσει αυτό το απόλυτο ξεχείλωμα που ονομάζουν «ευελιξία» και «ελευθερία της εργασίας». Διαμορφώνεται ένα «πρότυπο» εργαζόμενου που δεν έχει ούτε ωράριο ούτε προσωπική ζωή, είναι πάντα διαθέσιμος στον εργοδότη και ο ελεύθερος χρόνος του είναι απλά ένας μέσος όρος μέσα στον χρόνο. Η υπερεκμετάλλευση κανονικοποιείται, ενώ οι εργοδότες ήδη ζητούν το 16ωρο μέσα στο απεριόριστα τυφλό πάθος και την πείνα δράκου τους για υπερεργασία.

Αυτή η επίθεση, όμως, δεν είναι αποκομμένη από τη συνολική στρατηγική του κεφαλαίου. Η άλλη όψη αυτής της διαδικασίας είναι η ανάδυση της πολεμικής οικονομίας που επίσης αποτελεί μορφή εμφάνισης της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Από τη μία μεριά, η ενίσχυση του μιλιταρισμού και η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας αποτελεί τρόπο επιβολής της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία με την πειθάρχηση που επιφέρει. Από την άλλη, ο πόλεμος αποτελεί διέξοδο για την καπιταλιστική συσσώρευση μέσω της καταστροφής σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου: το πλεονάζον προλεταριάτο μετατρέπεται σε κρέας για τα κανόνια. Σήμερα, σε μια περίοδο αναδιάρθρωσης που το κεφάλαιο μεταβαίνει από τη μία κρίση στην άλλη, τα κράτη στρατιωτικοποιούν τις οικονομίες τους. Οι πολεμικές βιομηχανίες καλύπτουν τα χαμένα κέρδη άλλων κλάδων, ενώ η «εθνική ασφάλεια» και ο «εξωτερικός εχθρός» γίνονται το τέλειο πρόσχημα για τη μείωση των μισθών μας με κάθε τρόπο χάριν των «θυσιών» που πρέπει να κάνουμε για την ενίσχυση της «εθνικής άμυνας»: περικοπές σε υγεία, επιδόματα και κοινωνικές υπηρεσίες, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και αυξήσεις-ψίχουλα κάτω από τον πληθωρισμό. Ο ίδιος ο πληθωρισμός, που αποτελεί έκφραση της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και τροφοδοτείται περαιτέρω από την πολεμική οικονομία, λειτουργεί για να υποτιμήσει την εργασία μας, την ίδια στιγμή που αποτελεί πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο και εσόδων για το κράτος.

Στην Ελλάδα, αυτή η πολεμική προετοιμασία είναι ήδη εδώ. Το 13ωρο, τα pushbacks και η ποινικοποίηση των μεταναστών, ο εγκλεισμός τους σε στρατόπεδα, η αυστηροποίηση της στρατιωτικής θητείας και η καταστολή όσων την αρνούνται, αποτελούν κομμάτια της ίδιας διαδικασίας. Προετοιμάζουν το έδαφος είτε για σύγκρουση με την Τουρκία είτε για τη συμμετοχή σε άλλα πολεμικά πεδία για τα συμφέροντα του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου.

Από την άλλη πλευρά, η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση οξύνει τους διακρατικούς και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η εποχή της «παγκοσμιοποίησης» τελειώνει, ο προστατευτισμός επιστρέφει και οι πολεμικές συγκρούσεις κλιμακώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο, η πειθάρχηση της εργασίας και της κοινωνικής ζωής συνολικά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τα αφεντικά.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Δεν αρκεί να αγωνιστούμε απλώς ενάντια στο παρόν νομοσχέδιο, αλλά είναι αναγκαίο να οργανώσουμε αυτόνομους ταξικούς αγώνες ενάντια σε μια συνολική συνθήκη που μας θέλει μισθωτούς σκλάβους και αναλώσιμους στον καπιταλιστικό πόλεμο. Οι απεργίες και οι αγώνες στους χώρους εργασίας, εκπαίδευσης και στις γειτονιές πρέπει να συνδεθούν με τη μαζική άρνηση στράτευσης, τον αγώνα ενάντια στις φυλακές και στα κέντρα κράτησης μεταναστών και με τη συνολική εναντίωση στη στρατιωτικοποίηση και τον εθνικισμό.

ΝΑ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥΜΕ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ
ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ

Von Gaza zum globalen Konflikt: Kapitalistischer Krieg und internationalistische Solidarität

Übersetzt von Soligruppe für Gefangene

Von Gaza zum globalen Konflikt: Kapitalistischer Krieg und internationalistische Solidarität

Seit mehr als 20 Monaten führt Israel einen beispiellosen Angriff auf die palästinensische Bevölkerung in Gaza. Der Krieg Israels richtet sich bewusst gegen zivile Ziele, nimmt genozidale Ausmaße an und zerstört fast vollständig Infrastruktur, Häuser, Krankenhäuser, Schulen und Menschenleben. Er hat zur massiven Vertreibung von Palästinenser aus ihren Häusern geführt, mit dem Ziel, eine ethnische Säuberung durchzuführen, die die Ausweitung der Siedlungen im Rahmen der Vision eines „Großisraels” erleichtern soll. Gleichzeitig dienen die Militäroperationen Israels in Gaza und in der gesamten Region (Libanon, Syrien, Iran) als Speerspitze für den imperialistischen „westlichen“ Block, um die Machtverhältnisse zu verändern und eine neue Ordnung im Nahen Osten durchzusetzen, die direkt mit dem größeren Konflikt zwischen den imperialistischen Blöcken verbunden ist. Offensichtlich haben diese Militäroperationen Früchte getragen, indem sie die Hisbollah im Libanon geschwächt, zum Sturz Assads beigetragen, den Einfluss Russlands in Syrien verringert und dem Iran schwere Schläge versetzt haben.

Die Ausweitung des Krieges im Nahen Osten: kapitalistische Krise und imperialistische Rivalität

Diese Ausweitung des Krieges im Nahen Osten, mit der aktiven Unterstützung der USA und ihrer direkten Beteiligung am militärischen Konflikt, markiert eine qualitative Eskalation. Die Gefahr eines größeren regionalen und möglicherweise sogar weltweiten Krieges ist jetzt realer denn je, wie der anhaltende Krieg zwischen der Ukraine und Russland, die wachsenden Spannungen im Südchinesischen Meer zwischen China und Taiwan, der Konflikt zwischen Pakistan und Indien, die rasche Aufrüstung der europäischen Länder und die Versuche, den Militarismus und die Militarisierung der Gesellschaft weltweit zu stärken, zeigen. Es ist die kapitalistische Krise, die die zunehmende Rivalität zwischen Staaten und die Eskalation militärischer Konflikte vorantreibt. Krieg dient als „kreative Zerstörung“ und als Mechanismus, um Stagnation zu überwinden und die kapitalistische Herrschaft zu reproduzieren, unter anderem durch die gewaltsame Beseitigung eines überschüssigen Proletariats.

Die Palästinenser in Gaza als überschüssiges Proletariat und die vielen Facetten des anti-palästinensischen Rassismus

Das beschreibt ziemlich genau die Lage der meisten Palästinenser in Gaza. In den 1980er Jahren arbeiteten fast 45 % der Bevölkerung Gazas in Israel in Jobs mit schlechter Bezahlung und ohne Arbeitsrechte. Völlig ohne den Schutz, den die israelische Arbeiterklasse genießt, dienten die Palästinenser als Reservearmee billiger Arbeitskräfte. In den 1990er Jahren wurden palästinensische Arbeiter zunehmend durch Migranten aus Thailand, den Philippinen und Rumänien ersetzt, die heute die am meisten ausgebeutete Arbeitskraft in Israel darstellen und oft noch weniger verdienen als die Palästinenser. Seit 2007, mit der totalen Blockade des Gazastreifens durch Israel und Ägypten und der Verhängung des Ausnahmezustands bis zum 7. Oktober 2023, sank die Zahl der in Israel arbeitenden Bewohner des Gazastreifens auf nur noch 1 % der Bevölkerung. Die Ökonomie des Gazastreifens erlitt massiven Schaden, Importe und Exporte wurden nur noch illegal durch Tunnel an der ägyptischen Grenze abgewickelt, was zu einer Arbeitslosenquote von rund 50 % führte und fast die Hälfte der Bevölkerung des Gazastreifens für ihr Überleben ausschließlich auf humanitäre Hilfsprogramme angewiesen machte. Es ist klar, dass diese Leute sowohl aus Sicht der israelischen Ökonomie als auch im Hinblick auf die Durchsetzung der „nationalen Reinheit” in der Region ein völlig entbehrliches Proletariat sind. Das hat in der israelischen Gesellschaft extremen Rassismus gegen die palästinensische Bevölkerung in Gaza geschürt, der bis zur Entmenschlichung geht. Palästinenser werden als „menschliche Tiere” bezeichnet, und sogar der Präsident Israels, der der Arbeitspartei angehört, erklärte, dass es in Gaza „keine Unschuldigen” gebe. Diese nationalistische Staatsideologie legitimiert das Massaker und den Krieg innerhalb der israelischen Gesellschaft noch mehr, konstruiert die defensive Erzählung, die der Staat Israel braucht, um die militärische Aggression in Gaza zu rechtfertigen, und artikuliert die territorialen Expansionsbestrebungen Israels.

Aber auch in vielen arabischen Ländern gibt es anti-palästinensischen Rassismus. Die meisten palästinensischen Flüchtlinge bleiben in den arabischen Nachbarstaaten ohne Papiere und staatenlos, oft in Flüchtlingslagern ohne Bewegungsfreiheit. Sie werden wie Fremde behandelt, als Belastung für die lokale Ökonomie und als „Fremdkörper“ gegenüber der lokalen Bevölkerung, so wie es heute mit Flüchtlingen auf der ganzen Welt der Fall ist, und dienen als Sündenböcke für soziale Missstände. Darüber hinaus werden sie als destabilisierende Kraft angesehen, da politisch radikalisierte Teile der palästinensischen Flüchtlinge historisch in bewaffnete Konflikte mit den staatlichen Behörden verwickelt waren (z. B. „Schwarzer September“ in Jordanien), sich am Bürgerkrieg im Libanon beteiligt und den Irak während der Invasion Kuwaits unterstützt haben, was nach 1991 zur Vertreibung von 300.000 bis 400.000 Palästinensern aus Kuwait und zu strengeren Einwanderungsbeschränkungen in anderen Golfstaaten führte. Die palästinensischen Proletarier wurden von den arabischen Staaten immer als Schachfiguren und nicht als Menschen auf dem diplomatischen und militärischen Schachbrett des Nahen Ostens behandelt.

In Europa und im weiteren Sinne in der „westlichen” Welt wurde der anti-palästinensische-Rassismus in den letzten Jahren als eine Form des allgemeinen Rassismus gegen Muslime verstärkt, der in den letzten Jahren sowohl durch rechtsextreme „große Austausch“-Theorien als auch durch die moralische Panikmache von Regierungen – sowohl sozialdemokratischen als auch rechten – angesichts der Einwanderung von Muslimen in den Westen systematisch gefördert wurde. Die Unzufriedenheit über den sinkenden Lebensstandard richtet sich so gegen die schwächsten Teile unserer Klasse und lenkt die Wut von den kapitalistischen sozialen Verhältnissen ab. In diesen hasserfüllten rassistischen Narrativen wird Israel als Bollwerk der „westlichen Zivilisation“ gegen die „islamische Barbarei“ dargestellt. Das wirkt paradox, da die rechtsextreme Rhetorik, die der „globalen Elite“ Pläne zur „Bevölkerungsersetzung“ unterstellt, strukturell antisemitisch ist. Im Gegensatz dazu fehlt der Solidarität mit den Palästinensern, die auch in den progressivsten sozialen Gruppen gewachsen ist, oft der Klasseninhalt und sie basiert auf einer reaktionären Mythologie über den revolutionären Charakter der Hamas und ihrer verbündeten Organisationen, die in Wirklichkeit nationalistische und kapitalistische Unterdrückungspolitik betreiben, oft eng verbunden mit einer religiösen Staatsideologie. Wir haben gesehen, wie sich diese Position mit der offenen Unterstützung von Staaten wie dem Iran und Russland, also der Unterstützung eines imperialistischen Lagers, weiterentwickelt hat. Was die Hamas betrifft, so besteht kein Zweifel daran, dass sie das politische und militärische Personal eines Teils der palästinensischen herrschenden Klasse ist, der in Gaza die Macht ausübte. Als solche war sie an der Ausbeutung des palästinensischen Proletariats beteiligt, sowohl als Arbeitskraft – durch die Erhebung von Steuern und Zöllen auf den Handel durch die Tunnel – als auch durch die Abschöpfung von Einnahmen aus der Verwaltung der „humanitären Hilfe“ für die Bedürfnisse der Bevölkerung und durch die finanzielle Unterstützung durch den Iran und Katar. Die Hamas und ihre verbündeten Organisationen haben das Monopol auf Gewalt und Waffen, im Gegensatz zu jeder Art von revolutionärer Klassengewalt. Andererseits ist die große Mehrheit der Bevölkerung in Gaza immer noch ein entbehrlicher Überschussproletariat, Kanonenfutter.

Die Hamas und die Falle des „antiimperialistischen“ Campismus

Auf dieser Grundlage war der Angriff der Hamas und ihrer Verbündeten in Israel am 7. Oktober ein Kriegshandlung der bis dahin de facto bestehenden Staatsmacht in Gaza. Es war kein Akt des Widerstands einer Bewegung und hatte keinen proletarischen oder revolutionären Charakter. Er kann weder als Vorbild noch als Kompass für proletarische Kämpfe dienen. Sein Hauptziel war es, die Situation, die sich mit den Abraham-Abkommen abzeichnete, umzukehren und das geopolitische Gleichgewicht im Nahen Osten zu verändern. Zweitens hat sie vorübergehend dazu gedient, die interne Legitimitätskrise der Hamas in Gaza anzugehen, wie die jüngsten Massendemonstrationen gegen die Hamas gezeigt haben. Angesichts des Ergebnisses, d. h. der absolut grausamen Reaktion des israelischen Staates, hat der Angriff den Interessen und Bedürfnissen der palästinensischen Bevölkerung, die bereits unter Apartheid und Vertreibung durch den israelischen Staat lebte, nicht gedient – und konnte dies auch gar nicht. Er zielte gleichermaßen auf militärische und nichtmilitärische Ziele und versuchte, die feindliche Bevölkerung zu terrorisieren, wie jede staatliche Militäraktion, wenn auch in viel kleinerem Maßstab. Aber Leichen zu zählen und Massaker zu vergleichen, ist einer proletarischen Perspektive fremd. Die überwiegende Mehrheit der Toten im kapitalistischen Krieg sind unsere eigenen Toten.

Griechenland auf der Seite Israels: ökonomische Interessen und geopolitische Rivalitäten

Wie bereits erwähnt, ist der Gaza-Krieg Teil eines größeren imperialistischen Konflikts. Der griechische Staat verwickelt uns bereits voll in diesen Konflikt, indem er die Militärausgaben erhöht, Einrichtungen zur Verfügung stellt und sich aktiv an den Schlachtplänen des „westlichen“ Blocks beteiligt. Einerseits gibt es unmittelbare ökonomische Gründe, warum die griechische Regierung Israel unterstützt: die Zusammenarbeit zwischen griechischem und israelischem Kapital, von Rüstung (INTRACOM Defense) bis hin zu Immobilien, vom Projekt einer Stromverbundleitung zwischen Griechenland, Zypern und Israel bis hin zu vielen anderen sektoralen Kooperationen. Noch wichtiger ist das Bündnis zwischen Griechenland und Israel gegen die wachsende geopolitische Macht der Türkei. In diesem Zusammenhang hat sich eine informelle Front zwischen Griechenland, Zypern und Israel gebildet, mit gemeinsamen Militärmanövern, (abgeworfenen) Plänen zum Bau einer Erdgas-Pipeline (EastMed), die die russischen Verteilungsnetze umgehen würde, Informationsaustausch, diplomatischer Koordination bei der Festlegung von ausschließlichen Wirtschaftszonen usw. Auf der anderen Seite gibt es den größeren Kontext des Wettbewerbs zwischen den „westlichen“ imperialistischen Blöcken und den sogenannten „eurasischen“ Blöcken. Dazu gehört der Plan zur Verbindung von Indien, dem Nahen Osten und Europa (IMEC), der Seewege wie den Suezkanal, die Straße von Bab el-Mandeb und möglicherweise sogar die Straße von Hormus umgehen und damit den Staaten, die sie derzeit kontrollieren, geopolitische Macht entziehen würde. Dieser Plan wird von den USA, der Europäischen Union, Saudi-Arabien, den Vereinigten Arabischen Emiraten und Indien unterstützt. Auch wenn dieser Plan nicht klappt, wie es bei solchen Plänen oft der Fall ist, ist er eine Möglichkeit, geopolitischen Einfluss auf die beteiligten Parteien auszuüben.

Von der Krise der „Globalisierung” zu Staatskapitalismus und Kriegsökonomie

Die Unterstützung Griechenlands für Israel hängt nicht nur mit den direkten ökonomischen Interessen des griechischen Kapitals oder den unmittelbaren geopolitischen Interessen des griechischen Staates zusammen. Vielmehr spiegelt sie umfassendere Veränderungen sowohl im globalen System der kapitalistischen Staaten-Nation als auch in den Akkumulationsregimen innerhalb der ökonomisch fortgeschrittenen nationalen Gesellschaftsformationen wider. Die kapitalistische Krise seit 2008 ist auch eine Krise des „Globalisierungsmodells”, die sich in einem Wiederaufleben des Protektionismus mit der Einführung und Erhöhung von Zöllen auf den internationalen Handel zeigt. Diese neue Ära des Protektionismus geht einher mit einer Zunahme staatlicher Interventionen, was auf das Aufkommen einer neuen Form des „Staatskapitalismus“ hindeutet, der durch Kriegsökonomie und erhebliche Investitionen aus den sogenannten „Staatsfonds“ gekennzeichnet ist, die in den letzten Jahren enorm gewachsen sind. Die Großmächte entwickeln Planungssysteme, um ihre ökonomische und militärische Macht zu stärken, die marktregulierten globalen Ökonomiebeziehungen zu ersetzen und eine neue Phase der kapitalistischen Reproduktion einzuleiten.

Dies ist auch die Grundlage für die Verschärfung der imperialistischen Rivalitäten und militärischer Konflikte um Land, Ressourcen und Arbeitskräfte. Dies ist auch der Grund für den Konsens aller Parteien (mit Ausnahme der Kommunistischen Partei Griechenlands) über die Erhöhung der Militärausgaben im Rahmen des Programms „ReArm Europe“. Die Hauptblöcke in der neuen Eskalation des Konflikts um Rohstoffe, Märkte, technologische Führungspositionen, Einflussbereiche und kulturelle Hegemonie sind auf der einen Seite die USA als bestehende Hegemonialmacht und auf der anderen Seite China als aufstrebende imperialistische Macht mit globalen hegemonialen Ambitionen. Die USA werden von den wichtigsten Mächten der Europäischen Union, Japan, Großbritannien und Australien sowie von Israel und Saudi-Arabien unterstützt. Auf der anderen Seite stehen Russland, Belaurs, Iran und Nordkorea, die sich mit China verbündet haben. Andere mächtige Länder des „globalen Südens“ – Indien, Brasilien, Indonesien und Südafrika – haben sich noch nicht endgültig für einen der beiden Blöcke entschieden. In diesem Konflikt steht Griechenland auf der Seite des „westlichen“ imperialistischen Blocks und unterstützt ihn. Außerdem will es durch seine Beteiligung an diesem Konflikt seine regionale Position und Macht verbessern, zum Beispiel durch die mögliche Einrichtung einer größeren ausschließlichen Wirtschaftszone (AWZ), wie die Präsenz von Kriegsschiffen im libyschen Meer zeigt. Natürlich sind diese Formationen nicht monolithisch und schließen eine Zusammenarbeit zwischen Ländern verschiedener Blöcke nicht aus. Schließlich handelt es sich um „feindliche Brüder“: Konkurrenz schließt Zusammenarbeit nicht aus, die wiederum von einem bewaffneten Konflikt gefolgt sein kann.

Gegen „Campismus“: eine internationalistische Antwort der Arbeiterklasse auf den kapitalistischen Krieg

Wenn wir uns jetzt nicht mit allen Mitteln gegen diese Eskalation des Krieges wehren, stehen wir bald mit dem Rücken zur Wand. Aus der Perspektive der Interessen der Arbeiterklasse gibt es keine „gerechten“ oder „defensiven“ Kriege. Solche Unterscheidungen sind eine Täuschung, die den Konflikt zwischen nationalen Kapitalen und imperialistischen Blöcken um die Kontrolle über Kapitalmärkte und Rohstoffe, Einflussbereiche und billige Arbeitskräfte verschleiern. Jede in einen Krieg verwickelte Seite stellt ihre Rolle als „defensiv“ und „gerecht“ dar. Ein Sieg des schwächeren Staates macht ihn stärker und der Teufelskreis beginnt von vorne, wie die Geschichte gezeigt hat. Die Niederlage einer stärkeren Staatsmacht bedeutet zwangsläufig die Stärkung des gegnerischen Nation-Staates und die Mobilisierung der Bevölkerung um ihn herum. Jeder Klassenwiderstand muss niedergeschlagen werden, um sozialen Frieden und nationale Einheit durchzusetzen.

In der Vergangenheit wurde die Unterstützung „schwacher“ Nationalismen und ihrer jeweiligen Staaten hinter der Stärkung des sogenannten sozialistischen Lagers versteckt. Heute, wo selbst dieser Anspruch nicht mehr besteht, wird die Kritik am Kapitalismus zugunsten kultureller Unterscheidungen zwischen West und Ost oder Nord und Süd aufgegeben, die von der „antikolonialen“ Ideologie und der zeitgenössischen Identitätspolitik propagiert werden. Diese Unterscheidung ist eindeutig irrational, mythisch und reaktionär, da der Kapitalismus ein universelles und globales System ist: „Er hat den ganzen Planeten zu seinem Operationsfeld gemacht”, auch wenn religiöse, ethnische und nationale Unterdrückung natürlich weiterhin existieren und kein „Privileg” bestimmter Staaten sind. Die alte und spektakuläre Pseudodichotomie „Kapitalismus versus Sozialismus“ wurde durch eine neue ersetzt, die jeglichen Anspruch auf soziale Emanzipation vermissen lässt, wie die „anti-imperialistische“ Unterstützung für den Iran, Russland oder China zeigt, abgesehen von der Beschwörung einer hohlen „Stufentheorie“. Die Unterstützung eines imperialistischen Lagers (A.d.Ü., Camp), also Campismus, ist Teil der anti-imperialistischen Ideologie, weil sie eine Analyse von oben nach unten liefert, die sich auf Konflikte zwischen Staaten konzentriert, anstatt eine proletarische Perspektive, die im globalen Konflikt zwischen Kapital und Proletariat verwurzelt ist. Die Unterstützung der Kräfte der „anderen Seite“ und der mit ihnen verbundenen nationalen Befreiungsbewegungen kann nicht einmal den Sturz des Imperialismus bewirken, der dem Kapitalismus innewohnt. Objektiv ebnet die politische Position, eine imperialistische Seite zu unterstützen, den Weg für eine umfassendere Militarisierung der Gesellschaft und für kapitalistische Kriege. Anti-Imperialisten gehen sogar so weit, die Atomprogramme vermeintlich „schwacher Staaten“ zu unterstützen, was zur Eskalation des kapitalistischen Krieges und zur totalen Zerstörung führen kann.

Der einzige Ausweg aus der Kriegsspirale ist die internationalistische Aktion der Arbeiterklasse mit einem klaren antikapitalistischen Charakter. Wir weigern uns, Komplizen irgendeiner Armee und irgendeines Staates zu sein. Wir werden keine der Kriegsparteien unterstützen. Die einzige Lösung gegen den Krieg ist die autonome Organisation der Klasse, die gegen das Kapital und den Staat in unserem eigenen Land kämpft, und die praktische Unterstützung derjenigen, die sich weigern, Militärdienst zu leisten. Das bedeutet auch, Deserteure und Kriegsdienstverweigerer aus der „anderen Seite” zu unterstützen und praktische Solidarität mit politischen und sozialen Gruppen zu zeigen, die gegen den kapitalistischen Krieg in Russland, der Ukraine, Israel, Palästina, Iran und überall sonst kämpfen. Anstelle dieser Praxis, die die Mindestvoraussetzung dafür ist, dass wir nicht zu Kanonenfutter des Kapitals werden, erleben wir inakzeptable Verleumdungen wegen „Kollaboration“ und „Landesverrat“ gegen anarchistische und kommunistische Gefährtinnen und Gefährten und ganz allgemein gegen Kollektive der Arbeiterklasse (zum Beispiel im Iran).

Gerade in diesem Zusammenhang müssen wir unsere Solidarität mit den – zugegebenermaßen wenigen – Kriegsdienstverweigerern in Israel sowie mit den Kräften innerhalb Israels bekunden, die sich dem Genozid in Gaza widersetzen. Die Identifikation der gesamten Bevölkerung mit ihrem Staat ist falsch, wie die Tatsache zeigt, dass 100.000 Reservisten nach der Verletzung der Waffenruhe durch den israelischen Staat nicht zum Militärdienst erschienen sind. Vorfälle von israelischem nationalistischem Hass müssen bekämpft werden, wenn sie auftreten. Die Logik der wahllosen Angriffe auf israelische Touristen ist rassistisch, da sie die gesamte Bevölkerung kollektiv verantwortlich macht und gleichzeitig die ohnehin schwache Kriegsgegnerbewegung innerhalb Israels schwächt.

Wir sind gegen den kapitalistischen Krieg und jede Beteiligung des griechischen Staates daran, gegen die Militarisierung der Gesellschaft und die Erhöhung der Militärausgaben auf Kosten der Sozialleistungen. Wir kämpfen für die Schaffung einer internationalistischen proletarischen Bewegung, die sich nicht den nationalen Interessen, dem Staat und dem Kapital unterwirft, und bekunden unsere praktische Solidarität mit den proletarischen und politischen Gruppen – kommunistischen und anarchistischen –, die in den vom Krieg zerstörten Ländern kämpfen. Unser Ziel ist es, Verbindungen und Kommunikation mit den internationalistischen Proletariern aufzubauen. Nur durch die globale Einheit des Proletariats können wir diese von den Staaten und dem Kapital aufgezwungene Barbarei überwinden. Wir dürfen uns nicht in die Ecke drängen lassen, sondern müssen den kapitalistischen Krieg beenden, indem wir gegen diejenigen kämpfen, die ihn verursachen. Unser Krieg ist weder national noch religiös. Es ist ein sozialer und antistaatlicher Klassenkrieg.

Internationalistische Vollversammlung gegen den Krieg